Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Znet. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Znet. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20/6/09

ΜΟΥΜΙΑ ΑΜΠΟΥ ΤΖΑΜΠΑΛ: ΕΝΑ ΣΗΜΕΙΟ ΚΑΜΠΗΣ ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Την ώρα που γράφονται αυτά τα λόγια η συνάντηση των G20 λαμβάνει χώρα στη δεύτερη μεγαλύτερη παγκοσμίως τραπεζική πόλη (το Λονδίνο) και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπάρακ Ομπάμα έφτασε με μια ακολουθία που όμοιά της δεν έχουμε δει από την εποχή που ο αυτοκράτορας επισκεπτόταν τις κτήσεις του στην ενδοχώρα προκειμένου να εντυπωσιάσει τον όχλο με τη δύναμη και το μεγαλείο της αυτοκρατορίας.

Όμως, όπως συνηθίζεται, τα φαινόμενα ίσως και να απατούν, καθώς οι αληθινοί πρίγκιπες δε φοράνε ούτε στέμματα ούτε επιδεικνύονται με πομπές. Αληθινοί είναι οι πρίγκιπες του κεφαλαίου και, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Μαρξ, καταλαμβάνουν τα «ανώτερα επίπεδα της οικονομικής εξουσίας», ενώ οι πολιτικοί αρχηγοί αποδέχονται σιωπηλά τη δύναμη τους. Αλλά τους τελευταίους πέντε μήνες περίπου τα «ανώτερα επίπεδα της οικονομικής εξουσίας» δε φαντάζουν πια τόσο εξουσιαστικά.

Οι τράπεζες καταρρέουν μέσα σε μια νύχτα, μακροπρόθεσμα επιχειρηματικά πλάνα και εταιρίες διαλύονται, οι κατασχέσεις αυξάνονται και τα ποσοστά ανεργίας ανεβαίνουν όπως η ένδειξη του θερμόμετρου στην κόλαση. Η θέση του κεφαλαίου είναι τόσο επισφαλής όσο ποτέ άλλοτε.

Αν ζούσαμε σε έναν κόσμο όπου κυβερνούν οι νόμοι της λογικής τώρα θα ήταν η ώρα για την άνοδο της αριστεράς και για την επίθεση των σοσιαλιστικών ιδεών στα «οδοφράγματα» του καπιταλισμού, γκρεμίζοντας στη γη τα πέτρινα είδωλά του.

Όμως αυτή δεν είναι καθόλου η πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Γιατί άραγε;

Θεωρώ ότι κάποιες θεμελιώδεις ιδέες χρειάζονται επανεξέταση σ’ αυτό το σημείο. Το κεφάλαιο είναι ένας βρικόλακας. Έχει πολλά πρόσωπα και πολλές ζωές. Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρήσαμε την άνοδο των επονομαζόμενων «δεξαμενών σκέψης», που απαρτίζονται από νομικούς συμβούλους ενταγμένους στο σύστημα, των οποίων η δουλειά είναι η υπεράσπιση των καπιταλιστικών ιδεών και η προώθηση όλων των οπισθοδρομικών, αντικοινωνικών, πραγματικά καταπιεστικών ιδεών. Λόγω του πλούτου και της επιρροής τους έχουν άμεση πρόσβαση στα μικρόφωνα των MME και μπορούν έτσι να πολλαπλασιάζουν την επιρροή τους και να παίζουν το ρόλο των ειδικών για όλα τα ζητήματα, ασήμαντα και σημαντικά. Τέτοιου είδους ειδικοί έπαιξαν βασικό ρόλο στην προώθηση του πολέμου στο Ιράκ το 2001 και το 2002. Οι φωνές τους βομβάρδισαν τα ΜΜΕ με μια ρητορική που τώρα ακούγεται γελοία: «Οι Αμερικανοί θα γίνουν δεκτοί σαν απελευθερωτές», «θα μας ραίνουν με ροδοπέταλα», «ο κήπος της δημοκρατίας θα ανθίσει από τις προσπάθειες μας» και αλλά τέτοια παρόμοια.

Τέτοιου είδους ισχυρισμοί είναι βλακώδεις, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Οι ειδικοί επέστρεψαν. Πολλοί απ’ αυτούς είναι εκτός κυβέρνησης αλλά χάρη στα δισεκατομμύρια που «επενδύθηκαν» στις δεξαμενές σκέψης αυτές αποτελούν ένα είδος σκιώδους κυβέρνησης που μπορεί ακόμη να μονοπωλεί τα μικρόφωνα των ΜΜΕ. Τώρα πρόκειται για ειδήμονες των δεξαμενών σκέψης που έχουν ανοσία στην αποτυχία καθώς έχουν εξασφαλίσει διαρκή αργομισθία από το κεφάλαιο.

Ωστόσο, χωρίς να μας εκπλήσσει, δεν υπάρχει αντίλογος από την αριστερά (απ’ όσο ξέρω).

Εν μέρει, νομίζω ότι αυτό συμβαίνει επειδή η αριστερά δε διαθέτει τους πόρους της δεξιάς ή επειδή δε χρησιμοποιεί τους πόρους της μ’ αυτόν τον τρόπο.
Έτσι, σε μια εποχή που το κεφάλαιο αμφισβητείται σοβαρά, λιγοστές φωνές είναι έτοιμες να προσφέρουν εναλλακτική λύση που θα ‘χει μαζική απήχηση και, αν υπάρχουν τέτοιες φωνές, πώς θα φτάσουν στο πλατύ κοινό; Ή μήπως φτάνουν;

Πριν από λίγους μήνες παρακολουθήσαμε τις γενικές εκλογές όπου το ένα κόμμα κατηγορούσε επανειλημμένως το άλλο ότι είναι «σοσιαλιστικό». Σε μια τέτοια δημόσια καμπάνια, αυτό δεν ήταν απλώς μια κακή διατύπωση· δεν ευχόσασταν, όμως, από μέσα σας να ήταν πραγματικά σοσιαλιστής ο υποψήφιος;

Βέβαια, αν ήταν, δε θα απολάμβανε τη γενναιοδωρία των επιχειρήσεων που θα έκανε εφικτή την υποψηφιότητα του (για να μην αναφέρω την υποστήριξη του κομματικού μηχανισμού).

Τελικά, όμως, έχει λίγη σημασία ποιος βρίσκεται στη κορυφή, εφόσον αυτοί που βρίσκονται στη βάση κινητοποιούνται, οργανώνονται και υπερασπίζονται μαχητικά τα ταξικά και κοινωνικά τους συμφέροντα. Με λίγα λόγια, τα κοινωνικά κινήματα αποτελούν τη μοναδική λύση.

Οι άνθρωποι πρέπει να κατακλύσουν τους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για την παρούσα οικονομική κατάσταση, εν μέσω της οποίας οι τραπεζίτες συγκεντρώνουν δισεκατομμύρια δημόσιου χρήματος, ενώ αντίθετα οι απλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν κατασχέσεις και προσωρινές απολύσεις, κινδυνεύοντας να μείνουν άστεγοι.

Αλλά όπως αναφέρει ο Φρίντριχ Ένγκελς στην εισαγωγή τού βιβλίου τού Μαρξ, O Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία (1871), «το κράτος δεν είναι τίποτε άλλο από ένας μηχανισμός καταπίεσης της μίας τάξης από την άλλη και, πράγματι, αυτό δε συμβαίνει λιγότερο στη δημοκρατία από ό,τι στη μοναρχία».

Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο o Μαρξ μας υπενθυμίζει ότι «το ανώτατο όργανο του σύγχρονου κράτους δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια επιτροπή διαχείρισης… ολόκληρη η μπουρζουαζία». Δηλαδή, το δημοκρατικό κράτος είναι όργανο της μπουρζουαζίας, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Υπό αυτό το πρίσμα, γιατί να μην κλέβουν το δημόσιο πλούτο για το προσωπικό τους όφελος; Δεν είναι οι κεφαλαιοκράτες εργαλεία παραγωγής ιδιωτικού πλούτου και επιρροής;

Τα κοινωνικά κινήματα, δηλαδή τα μαζικά κινήματα, σπάζουν αυτούς τους δεσμούς απαιτώντας πολιτικές οι οποίες να καταναλώνουν τους δημόσιους πόρους εξυπηρετώντας τις δημόσιες ανάγκες ή τουλάχιστον να φαίνεται ότι εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους.

Ζούμε σε μια εποχή όπου οι πόλεμοι υποκινούνται στο όνομα της δημοκρατίας· όμως λίγοι θεσμοί είναι τόσο βαθειά αντιδημοκρατικοί όσο οι οικονομικοί. Οι πλούσιοι, ουσιαστικά οι αρχιτέκτονες της οικονομικής κατάρρευσης, θεωρείται δεδομένο ότι έχουν δικαίωμα να πάρουν επιχορηγήσεις πολλών δισεκατομμυρίων για να γλιτώσουν την κατάρρευση, ενώ οι φτωχοί και οι άνεργοι αξίζουν στην καλύτερη περίπτωση μόνο τη συμπόνια μας και στη χειρότερη την περιφρόνησή μας.

Αυτού του είδους η λογική δηλητηριάζει τη συνείδησή μας και όχι μόνο επηρεάζει τη σκέψη μας αλλά εμποδίζει και πιθανές εναλλακτικές λύσεις. Παντού γύρω μας, από τις αποτυχημένες επιχειρήσεις και την ανεργία μέχρι τις κατασχέσεις που έχουν σαν αποτέλεσμα την αύξηση των αστέγων, βλέπουμε αποδείξεις της κρίσης του καπιταλισμού. Η πραγματικότητα του επιχειρηματικού κύκλου είναι: άνθιση και χρεοκοπία. Χρεοκοπία και άνθιση. Πόλεμοι για την υπεράσπιση της επιχειρησιακής απληστίας και της βιομηχανικής κατάκτησης.

Περισσότερα για τους εκατομμυριούχους και τους δισεκατομμυριούχους και τίποτα για τους πολλούς.

Ποια κοινωνική συνθήκη θα μπορούσε να είναι καλύτερη για τους σκοπούς μας; Τι περισσότερο χρειαζόμαστε για να δείξουμε ότι η παρούσα κατάσταση είναι σίγουρη συνταγή για μια επόμενη κατάρρευση;

Τώρα μας παρουσιάζεται μια μεγάλη ευκαιρία που ίσως δεν θα την έχουν πολλές επόμενες γενιές – ας μην τη χαραμίσουμε. Ας οργανώσουμε τα κινήματα μας, όπως το απαιτεί αυτή η κρίσιμη ώρα. Ζούμε σε μια φάση που παρόμοια δεν έχουμε συναντήσει από τη δεκαετία του ’30. Οι πολιτικοί χρωστάνε το αξίωμα τους στη δύναμη του κερδοσκοπικού καπιταλισμού, ο οποίος ευθύνεται για την επική αυτή καταστροφή και οι πολιτικοί είναι απρόθυμοι να πάνε κόντρα στους χρηματοδότες τους, ακόμη και τώρα που βρίσκονται σε κρίση.

Το επίκεντρο του οικονομικού σεισμού είναι η Νέα Υόρκη και το Λονδίνο, όπου οι τραπεζικές απάτες με τις υποθήκες γεννήθηκαν και εξελίχθηκαν σε νέους τρόπους δημιουργίας υπέρογκου πλούτου.

Και στις δύο πρωτεύουσες των οικονομικών αυτοκρατοριών, οι εκλεγμένοι αρχηγοί, ο αμερικάνος πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα και ο βρετανός πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν, δε θέλουν να χαρακτηριστούν σοσιαλιστές και γι’ αυτό διστάζουν να ασκήσουν περισσότερη από συμβολική πίεση στις τράπεζες, ενώ ταυτόχρονα έχουν δείξει ανικανότητα να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητές τους, για να μην αναφέρω τον εθνικό πλούτο.

Τώρα είναι η στιγμή να οργανώσουμε, να επεκτείνουμε τα κινήματα μας, να διαδηλώσουμε τη δύναμη και τη διαφορετικότητα μας, γιατί αν μας διδάσκει κάτι η ιστορία αυτό είναι ότι όταν η αριστερά δεν καταφέρνει να οργανωθεί, τότε η δεξιά κυριαρχεί.

Δε μιλάω με ελαφριά καρδιά. Η άποψη αυτή γεννήθηκε από τη μελέτη μιας σειράς διαλέξεων του μαρξιστή ιστορικού και επαναστάτη Κ. Τζέιμς στο Τρινιντάτ, το καλοκαίρι του 1960. Οι διαλέξεις αυτές συγκεντρώθηκαν χρόνια αργότερα στο Modern Politics (1973). O Τζέιμς, μιλώντας στο Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Ενηλίκων της Δημόσιας Βιβλιοθήκης του Τρινιντάτ, έθιξε το θέμα του κρίσιμου σημείου καμπής που αντιμετώπιζε η Γερμανία το 1930-1931. Εξηγούσε ότι ήταν μια περίοδος αποφασιστική για το μέλλον της Ευρώπης. Παραθέτω τα ακριβή λόγια του Τζέιμς:

Οι γερμανοί κομμουνιστές πήραν οδηγίες από τη Μόσχα να μην εμποδίσουν τον Χίτλερ να ανέλθει στην εξουσία. Τέτοιου είδους θέματα, όμως, είναι δύσκολο να τα αναλύω σε ένα κοινό που δεν είναι οικείο με την σχετική βιβλιογραφία και δεν έχει την ικανότητα να πάει αύριο το πρωί στην πόλη για να αγοράσει βιβλία. Έφερα εδώ το δικό μου βιβλίο που είναι γραμμένο το 1937. Έχω γράψει 52 σελίδες για εκείνη την περίοδο στη Γερμανία (αυτό θα το επιβεβαιώσει και ο πρόεδρος) με τον τίτλο «Μετά τον Χίτλερ, η Σειρά μας». Αυτό ήταν το σλόγκαν του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας από το 1930 μέχρι τη στιγμή που ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία το 1933. Αφήστε τον Χίτλερ να έρθει, να αποτύχει και μετά εμείς θα κάνουμε την επανάσταση. Αυτές ακριβώς ήταν οι οδηγίες του Στάλιν. (σελ. 58)

Πού θέλω να καταλήξω; Εάν η αριστερά αποτύχει να οργανωθεί, θα το πράξει η δεξιά. Βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σημείο στην αμερικανική και παγκόσμια ιστορία. Το μέλλον εξαρτάται από τις πράξεις μας.

Σας Ευχαριστώ!
Οna move! Long Live John Africa!
Ο θανατοποινίτης Mumia Abu Jamal


To Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών πρόσφατα απέρριψε το αίτημα του Abu- Jamal για έφεση. Το αίτημα στηρίζεται στο γεγονός ότι η απόφαση των ενόρκων ήταν επηρεασμένη από τη ρατσιστική τους διάθεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έχει αποφασίσει ακόμη εάν θα λάβει υπόψη του τις δικαστικές αποφάσεις 2001/2008 δύο κατώτερων δικαστηρίων της Φιλαδέλφεια, σύμφωνα με τις οποίες ο Abu-Jamal δικαιούται νέα δίκη για να επανεξεταστεί η θανατική ποινή που του έχει επιβληθεί. Εάν το Ανώτατο Δικαστήριο συμφωνήσει με την απόφαση του περιφερειακού εισαγγελέα της Φιλαδέλφεια τότε ο Abu-Jamal θα εκτελεστεί χωρίς νέα δίκη.

Σε απάντηση, ο βασικός πληρεξούσιος του Abu-Jamal, Robert R. Bryan, θα στείλει αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο για επανάληψη της ακροαματικής διαδικασίας. Παράλληλα, έγιναν έκτακτες συναντήσεις σε διάφορες πόλεις για να συντονιστεί η λαϊκή αντίδραση και 3000 άνθρωποι υπέγραψαν ενάντια στη θανατική ποινή.

Στις 24 και 25 Απριλίου έγιναν διάφορες εκδηλώσεις σε πολλές πόλεις για να γιορταστεί η έκδοση του νέου βιβλίου του Abu-Jamal από τις εκδόσεις City Lights, με τίτλο JAILHOUSE LAWYERS (Δικηγόροι των Φυλακών, στμ). Περισσότερες πληροφορίες στη σελίδα: www.citylights.com.

Μετάφραση: Μαρία Πατεράκη

ΒΑΝΤΑΝΑ ΣΙΒΑ: ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ

Η πολιτική των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων


Τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα υποτίθεται ότι προανήγγειλαν μια δεύτερη πράσινη επανάσταση, γιατί θα παράγονταν σε μεγαλύτερες ποσότητες και θα βελτίωναν την επισιτιστική ασφάλεια. Ωστόσο, τα υφιστάμενα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα δεν προσφέρουν περισσότερη τροφή. Η εξάπλωσή τους αντανακλά την εξάπλωση μιας διατροφικής δικτατορίας και όχι τη δυνατότητα για ελεύθερες και συνειδητές διατροφικές επιλογές. Σε αντίθεση με ό,τι ισχυρίζονται οι υποστηρικτές τους, τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα υπονομεύουν την επισιτιστική ασφάλεια, τη διατροφική κυριαρχία και τη διατροφική δημοκρατία.

Επισιτιστική Ασφάλεια
Το μεγαλύτερο μέρος των εκτάσεων που καλύπτονται από γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες χρησιμοποιούν μεταλλαγμένους σπόρους πρώτης γενιάς, οι οποίοι βασίζονται στην ανθεκτικότητα απέναντι στα ζιζανιοκτόνα ή στην εισαγωγή γονιδίων βακίλου Θουριγγίας (Bt) για την καταπολέμηση των παρασίτων. Τα γονίδια που είναι ανθεκτικά στα ζιζανιοκτόνα επιτρέπουν μεγαλύτερη χρήση αυτών των ουσιών. Η τοξίνη Bt στις καλλιέργειες υποτίθεται ότι καταπολεμά τον πράσινο σκώληκα, αλλά οδηγεί στην ταχεία ανάπτυξη ανθεκτικότητας καθώς και στην εξάπλωση νέων παρασίτων.

Η αυξημένη απόδοση των γενετικά τροποποιημένων καλλιεργειών είναι το πιο σημαντικό επιχείρημα που χρησιμοποιείται από τη βιομηχανία των μεταλλαγμένων. Στην πραγματικότητα όμως, η γενετική μηχανική έχει οδηγήσει σε μείωση της παραγωγής. Ο Μπιλ Κρίστανσον, ένας αμερικανός καλλιεργητής σόγιας, δήλωσε στο πρώτο Συνέδριο για τη Βιολογική Καταστροφή, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1998 στο Σεντ Λούις, την έδρα της Μονσάντο (Monsanto), ότι στο Μισούρι η μεταλλαγμένη σόγια είχε μειωμένη απόδοση κατά πέντε μπούσελ ανά έικρ. Ο Εντ Όπλινγκερ, καθηγητής Αγρονομίας στο Πανεπιστήμιο του Γουισκόνσιν, διεξάγει εδώ και 25 χρόνια ελέγχους απόδοσης των σπόρων σόγιας. Βάσει των στοιχείων που συγκέντρωσε από 12 πολιτείες, οι οποίες καλλιεργούν το 80% της αμερικανικής σόγιας, διαπίστωσε ότι η μεταλλαγμένη σόγια είχε κατά 4% μειωμένη απόδοση σε σύγκριση με τις συμβατικές ποικιλίες.

Σε μια μελέτη των Μαρκ Λαπ και Μπριτ Μπέιλι, οι συμβατικοί σπόροι σόγιας είχαν καλύτερη απόδοση απ’ ό,τι οι μεταλλαγμένοι σε 30 από τις 38 ποικιλίες, με συνολική μείωση απόδοσης κατά 10% σε σύγκριση με τις συμβατικές ποικιλίες (Against the Grain, 1999). Ο Δρ. Τσαρλς Μπενμπρούκ, βασιζόμενος πάνω σε 8.200 πανεπιστημιακούς ελέγχους το 1998, ανέφερε μια μείωση απόδοσης της τάξεως του 6-7% σε καλλιέργειες που είχαν γενετικά τροποποιηθεί ώστε να είναι πιο ανθεκτικές στο ζιζανιοκτόνο Roundup. Εάν δεν αντιστραφεί μέσω μελλοντικών βελτιώσεων, μια τέτοια μείωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η πιο σημαντική πτώση απόδοσης που έχει ποτέ συνδεθεί με μια γενετικά τροποποιημένη καλλιέργεια.

Στην Ινδία η απόδοση του βαμβακιού Bt ήταν εντυπωσιακά μικρότερη από την υποσχόμενη κατά τον πρώτο χρόνο καλλιέργειας. Μελέτες δείχνουν ότι στην Μαχαράστρα και στο Άντρα Πραντές οι άλλες ποικιλίες πλην της Bt είχαν απόδοση δέκα κουίνταλ ανά έικρ, ενώ οι ποικιλίες Bt δύο κουίνταλ ανά έικρ. Στην Καρνατάκα οι άλλες ποικιλίες είχαν απόδοση 7 κουίνταλ ανά έικρ, ενώ οι ποικιλίες Bt 382 κουίνταλ ανά έικρ. Οι μεταλλαγμένοι σπόροι δεν αυξάνουν την απόδοση των γεωργικών καλλιεργειών. Η παραγωγή έχει μειωθεί κατά 50 με 60%. Υψηλότερη παραγωγή εμφανίζεται μόνο στα παραποιημένα δεδομένα που επινοούν οι πολυεθνικές.

Ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό Science στις 7 Φεβρουαρίου του 2003 από τους Μάτιν Κουέιμ και Ντέιβιντ Ζίλμπερμαν χρησιμοποιήθηκε για να υποστηριχθεί ψευδώς ότι η απόδοση του βαμβακιού Bt στις βαμβακοφυτείες της Ινδίας το 2002 ήταν μεγαλύτερη σε σχέση με τις άλλες ποικιλίες. Αυτή η δήθεν επιστημονική μελέτη δημιουργεί δύο λαθεμένες εντυπώσεις. Πρώτον, δε βασίζεται σε ανεξάρτητα επιστημονικά δεδομένα από γεωργικές καλλιέργειες, αλλά σε μη επαληθευμένα «εμπιστευτικά δεδομένα» που δόθηκαν από την εταιρεία Monsanto-Mahyco, η οποία εμπλέκεται στην πώληση σπόρων βαμβακιού Bt. Δεύτερον, ενώ η μελέτη βασίζεται σε δεδομένα της εταιρείας από ελέγχους του 2001, χρησιμοποιήθηκε παραπλανητικά για να αποδείξει την «επιτυχία» και την αυξημένη απόδοση των βαμβακοφυτειών το 2002. Ωστόσο, όλες οι ανεξάρτητες μελέτες δείχνουν πτώση της παραγωγής. Ακόμα και η αυτοαποκαλούμενη «ομάδα εμπειρογνωμόνων» που συνόδεψε τους αντιπροσώπους της Monsanto-Mahyco για να αξιολογήσει τις βαμβακοφυτείες παραποίησε τα δεδομένα.

Οι καλλιέργειες δεύτερης γενιάς, όπως το «χρυσό ρύζι» και οι «πατάτες με πρωτεΐνη», που εμφανίζονται να υπόσχονται μελλοντική αύξηση της παραγωγής για να αντικρούσουν τις οικολογικές κριτικές για τους σπόρους με ανθεκτικότητα στα ζιζανιοκτόνα και με τοξίνη Bt, αποτυγχάνουν επίσης να αυξήσουν την επισιτιστική ασφάλεια.

Στα πλαίσια της συμφωνίας για τη μεταφορά τεχνολογίας μεταξύ Ινδίας και Ελβετίας αναφορικά με το ρύζι με βιταμίνη Α (χρυσό ρύζι), αυτό το μεταλλαγμένο ρύζι παράγει 70 φορές λιγότερη βιταμίνη Α απ’ ό,τι άλλες διατροφικές πηγές.
Παρομοίως, η πατάτα με πρωτεΐνη, που ανακοινώθηκε πρόσφατα, θα μειώσει τη διαθεσιμότητα πρωτεΐνης στην Ινδία. Όπως αναφέρεται στο περιοδικό New Scientist (2 Ιανουαρίου 2003), το σχέδιο παρουσιάστηκε σε ένα συνέδριο στο Λονδίνο από τον Τζ. Παντμανάμπαν, ο οποίος, ως διευθυντής του περίφημου Ινδικού Ιδρύματος Επιστημών, είχε υπογράψει μια μυστική συμφωνία με τη Monsanto, για την οποία δεν γνώριζαν τίποτε οι συνάδελφοί του στο Ίδρυμα.

Η μεταλλαγμένη πατάτα, που περιέχει γονίδια αμάραντου, δημιουργήθηκε από τον Άσις Ντάτα του Πανεπιστημίου Γιαβαχαρλάλ Νεχρού στο Νέο Δελχί, ο οποίος είχε στο παρελθόν προσπαθήσει να πουλήσει και να εξασφαλίσει την αποκλειστική εκμετάλλευση της ίδιας γενετικής τεχνολογίας εισάγοντας γονίδια αμάραντου στο ρύζι. Ο Ντάτα συμμετείχε επίσης στην επιτροπή της Διεύθυνσης Βιοτεχνολογίας, η οποία χορηγεί επιδοτήσεις και πιστοποιητικά βιοασφάλειας. Είναι δηλαδή ταυτοχρόνα και χορηγός και αποδέκτης κονδυλίων βιοτεχνολογίας, και ρυθμιστής και ρυθμιζόμενος. Τέτοιου είδους συγκρούσεις αρμοδιοτήτων είναι πολύ διαδεδομένες στη γεωργική βιοτεχνολογία.

Η μεταλλαγμένη πατάτα που προωθείται αυτή τη στιγμή στο πλαίσιο μιας στρατηγικής ενάντια στην πείνα περιέχει γονίδια αμάραντου. Ο αμάραντος υπάρχει σε μεγάλες ποσότητες στα ινδικά Ιμαλάια. Το Ναβντάνια (Navdanya), το κίνημά μας για τη βιολογική γεωργία, προωθεί τη χρήση των προϊόντων του αμάραντου, όπως τα προπαρασκευασμένα δημητριακά, το αλεύρι και τα αρτοποιήματα – πέρα από την παραδοσιακή χρήση του αμάραντου ως νηστίσιμης τροφής.

Σε σύγκριση με τη διατροφή με σιτηρά όπως ο αμάραντος, οι μεταλλαγμένες πατάτες θα προκαλέσουν υποσιτισμό, γιατί θα στερήσουν από παιδιά που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση τις άλλες θρεπτικές ουσίες που υπάρχουν μέσα στον αμάραντο και όχι στην πατάτα. Συνεπώς, η μεταλλαγμένη πατάτα θα επιφέρει έλλειψη σιδήρου και ασβεστίου στα παιδιά. Μια πιο έξυπνη επιλογή θα ήταν να διαδοθεί η καλλιέργεια και η χρήση τέτοιων φανταστικών σπόρων όπως ο αμάραντος. Οι αρχαίοι λαοί των Άνδεων θεωρούσαν τον αμάραντο ιερό. Στην Ινδία αποκαλείται «ραμντάνα» ή σπόρος του θεού. Η ρίζα «αμάρα», τόσο στα ελληνικά όσο και στα σανσκριτικά, υποδηλώνει το αιώνιο και το αθάνατο.

Ο σκοπός των Ντάτα και Παντμανάμπαν για τη μεταλλαγμένη πατάτα είναι να υποσκελίσουν την καλλιέργεια και την κατανάλωση αμάραντου και να προωθήσουν μια μονοκαλλιέργεια, η οποία θα βασίζεται στην παραγωγή και την κατανάλωση της πατάτας. Πρόκειται για μια συνταγή που θα οδηγήσει στη διάβρωση της βιοποικιλότητας και στην πείνα. Είναι απότοκη αυτού που έχω αποκαλέσει «μονοκαλλιέργεια του νου».

Εν πάση περιπτώσει, ο αμάραντος δεν είναι η μοναδική πηγή πρωτεΐνης στην πλούσια βιοποικιλότητα και κουζίνα της Ινδίας. Τα «νταλ» μας, τα όσπρια που συνοδεύουν συστηματικά είτε το ρύζι (dal-chawal) είτε το στάρι (dal-roti), είναι πλούσια σε πρωτεΐνη.
Η κατανάλωση των νταλ και των οσπρίων προσφέρει πολύ υψηλότερα επίπεδα πρωτεΐνης απ’ ό,τι οι μεταλλαγμένες πατάτες. Τα όσπρια είναι επίσης απαραίτητα στη βιώσιμη γεωργία, γιατί οι καλλιέργειές τους δεσμεύουν το άζωτο και προσφέρουν μια οικολογική εναλλακτική λύση απέναντι στα χημικά αζωτούχα λιπάσματα. Τα όσπρια έχουν ακριβύνει, επειδή έγιναν πιο σπάνια λόγω της εξάπλωσης των μονοκαλλιεργειών του σταριού και του ρυζιού στα πλαίσια της πράσινης επανάστασης. Μόνο στο Πουντζάμπ, η έκταση που καλύπτεται από όσπρια μειώθηκε από 13,38% σε 3,48% από το 1966-67 έως το 1985-86. Η παραδοσιακή γεωργία βασιζόταν σε ένα μείγμα από δημητριακά και όσπρια. Νέες πρωτοβουλίες όπως το Ναβντάνια αναβιώνουν τις μεικτές καλλιέργειες με όσπρια για να αυξήσουν τόσο την επισιτιστική όσο και την οικολογική ασφάλεια.

Τα μεταλλαγμένα τρόφιμα είναι αλληλένδετα με τη διατροφική δικτατορία. Το πρώτο επίπεδο ελέγχου πηγάζει από το γεγονός ότι μια χούφτα από γίγαντες της γενετικής –οι εταιρίες Monsanto, Syngenta, Aventis, Dow και Dupont – ελέγχουν τη γεωργική βιοτεχνολογία. Το δεύτερο επίπεδο ελέγχου πηγάζει από τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τα μονοπώλια εκμετάλλευσης πάνω στους γενετικά τροποποιημένους σπόρους και φυτά. Το τρίτο επίπεδο ελέγχου ασκείται από τον περιορισμό της ελευθερίας της πληροφόρησης και της επιλογής. Οι γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες εξαπλώνονται μόνο όπου οι αγρότες στερούνται την ελευθερία πληροφόρησης και επιλογής, εξαιτίας του ελέγχου που ασκούν οι πολυεθνικές και της εξάρτησης από αυτές. Όπου οι καταναλωτές στερούνται το δικαίωμα της γνώσης και της επιλογής, τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα εισάγονται στη διατροφική αλυσίδα. Οι αμερικανοί αγρότες είναι οι πιο παγιδευμένοι απ’ όλους στον έλεγχο των παραγωγικών μέσων και στο μάρκετινγκ των πολυεθνικών.

Οι αμερικανοί πολίτες έχουν στερηθεί τη διατροφική ελευθερία και τη διατροφική δημοκρατία, εξαιτίας των πολυεθνικών που εμποδίζουν τη σήμανση των γενετικά τροποποιημένων προϊόντων.
Στην Ευρώπη και την Ιαπωνία οι καταναλωτές διαθέτουν ελευθερία επιλογής και αυτή η ελευθερία έχει εμποδίσει τις μεταλλαγμένες τροφές να κατακλύσουν την αγορά.

Στην Αφρική μια δημοκρατική διαδικασία οδήγησε στην άρνηση της Ζάμπια να αποδεχτεί τα μεταλλαγμένα τρόφιμα. O πρόεδρος της Ζάμπια καταδίκασε τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα για την ανευθυνότητά τους, επειδή υποστηρίζουν τις ΗΠΑ και δήλωσε: «Μπορεί να είμαστε φτωχοί και να βιώνουμε διατροφικές ελλείψεις, αλλά δεν είμαστε πρόθυμοι να εκθέσουμε τον κόσμο σε ασαφώς καθορισμένους κινδύνους». Έκανε έκκληση να μην χρησιμοποιηθεί ο λαός της Ζάμπια σαν πειραματόζωα…

Η Διάσκεψη για τη Γη στο Γιοχάνεσμπουργκ το 2002, που οργανώθηκε δέκα χρόνια ύστερα από τη Διάσκεψη του Ρίο, η οποία μας έδωσε τη Σύμβαση για τη Βιοποικιλότητα και το Πρωτόκολλο για τη Βιοασφάλεια, υποβιβάστηκε και αυτή σε μια αγορά για την προώθηση της βιοτεχνολογίας στην Αφρική. Εκατοντάδες αφρικανοί αγρότες και εκπρόσωποι κυβερνήσεων καταδίκασαν την αμερικανική πίεση για την πιεστική προώθηση επισιτιστικής βοήθειας που ήταν μολυσμένη με γενετικά τροποποιημένες ουσίες.

Όπως δήλωσαν εκπρόσωποι της Κοινωνίας των Πολιτών από την Αφρική: «Εμείς, οι ομάδες της Αφρικανικής Κοινωνίας των Πολιτών, που συμμετέχουμε στην Παγκόσμια Διάσκεψη για την Αειφόρο Ανάπτυξη, η οποία απαρτίζεται από περισσότερες από 45 αφρικανικές χώρες, ενώνουμε τα χέρια μας με τις κυβερνήσεις της Ζάμπια και της Ζιμπάμπουε και με τους λαούς τους αρνούμενοι την αποστολή τροφίμων που είναι μολυσμένα με γενετικά τροποποιημένες ουσίες προς τα αδέρφια μας που λιμοκτονούν:

Αρνούμαστε να χρησιμοποιηθούμε ως χώρος απόθεσης των μολυσμένων τροφών που απορρίπτονται από τις βόρειες χώρες και είμαστε εξοργισμένοι από το συναισθηματικό εκβιασμό που ασκείται σε ανθρώπους που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση και σε κατάσταση ανάγκης.
Η περίοδος του λιμού προβλέπεται ότι θα ξεκινήσει στις αρχές του 2003. Επομένως, υπάρχει αρκετός χρόνος για την προμήθεια μη μολυσμένης τροφής.

Υπάρχουν αρκετά τρόφιμα στην υπόλοιπη Αφρική (που έχουν ήδη προσφέρει η Τανζανία και η Ουγκάντα) για να ταΐσουν τις περιοχές που έχουν πληγεί από την ξηρασία.
Η απάντησή μας είναι η ενίσχυση της αλληλεγγύης και της αυτάρκειας στην Αφρική απέναντι σε αυτό το νέο κύμα αποικιοκρατίας μέσω της βιοτεχνολογίας, η οποία στοχεύει στον έλεγχο των γεωργικών συστημάτων μας μέσω της εκμετάλλευσης των σπόρων από τις πολυεθνικές. Θα σταθούμε ενωμένοι για να εμποδίσουμε τη μόλυνση της ηπείρου μας από τις γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες, ως ευθύνη απέναντι στις μελλοντικές γενιές».

Η διοχέτευση μεταλλαγμένων τροφίμων μέσω της επισιτιστικής βοήθειας ήταν το ζήτημα που προκάλεσε τις μεγαλύτερες αντιπαραθέσεις στην Παγκόσμια Διάσκεψη για την Αειφόρο Ανάπτυξη. Αντί να εισακούσει τις φωνές του λαού της Αφρικής και να σεβαστεί τη διατροφική κυριαρχία του, ο Κόλιν Πάουελ επέκρινε τις κυβερνήσεις της νότιας Αφρικής, λέγοντας: «Απέναντι στην πείνα, αρκετές κυβερνήσεις της νότιας Αφρικής εμπόδισαν τη διανομή κρίσιμης επισιτιστικής βοήθειας στους πεινασμένους απορρίπτοντας το γενετικά τροποποιημένο καλαμπόκι».
Η νότια Αφρική δεν είναι η μόνη περιοχή όπου η επισιτιστική βοήθεια χρησιμοποιείται για να δημιουργήσει αγορές για τη βιομηχανία της βιοτεχνολογίας. Ύστερα από έναν καταστροφικό κυκλώνα στην Ινδία που σκότωσε 30.000 άτομα, διανεμήθηκε ως επισιτιστική βοήθεια ένα μείγμα καλαμποκιού και σόγιας, παρόλο που ο λαός της Ορίσσα τρέφεται με ρύζι. Η οργάνωσή μας, το Ίδρυμα Ερευνών για την Επιστήμη, την Τεχνολογία και την Οικολογία, ανέλυσε το μείγμα σόγιας-καλαμποκιού και ανακάλυψε ότι ήταν μεταλλαγμένο κατά πλήρη παράβαση της ινδικής νομοθεσίας για τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα. Τα κοινωνικά προγράμματα για τις γυναίκες και τα παιδιά που χρηματοδοτούνται από την Παγκόσμια Τράπεζα χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο για να επιδοτήσουν τη βιομηχανία της βιοτεχνολογίας και για να ανοίξουν τις αγορές στα γενετικά τροποποιημένα προϊόντα από την πίσω πόρτα.

Το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα διανέμει εδώ και επτά χρόνια μεταλλαγμένα τρόφιμα, χωρίς να ενημερώνει τις παραλήπτριες χώρες και συχνά κατά παράβαση της εθνικής νομοθεσίας των χωρών αυτών.
Στις 10 Ιουνίου 2002, το Φόρουμ για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη της Βολιβίας ανακάλυψε ότι ένα δείγμα της επισιτιστικής βοήθειας της USAID που ελέγχθηκε βρέθηκε θετικό αναφορικά με την παρουσία αραβόσιτου Starlink, ένα είδος μεταλλαγμένου καλαμποκιού που δεν ενδείκνυται για κατανάλωση από ανθρώπους, αφού οι γιατροί έχουν εκφράσει ανησυχίες για ενδεχόμενες αλλεργικές παρενέργειες. Η επισιτιστική βοήθεια προς την Κολομβία βρέθηκε να είναι γενετικά τροποποιημένη κατά 90%.

Υπάρχουν πολύ σημαντικά προβλήματα τα οποία σχετίζονται με την επισιτιστική βοήθεια που
χρησιμοποιείται για την προώθηση των βιοτεχνολογικών προϊόντων στην αγορά. Πρώτον, υπάρχει το ζήτημα της αυξανόμενης πείνας και έλλειψης τροφίμων ως αποτέλεσμα της καταστροφής της οικολογικής και επισιτιστικής ασφάλειας. Η λύση στην επισιτιστική ανασφάλεια είναι η ενίσχυση της οικολογικής ανθεκτικότητας των γεωργικών συστημάτων μέσω της βιοποικιλότητας και της βιώσιμης γεωργίας και η ενίσχυση της οικονομικής ανθεκτικότητας των τοπικών κοινοτήτων μέσω της διατροφικής κυριαρχίας.

Δεύτερον, όταν οι χώρες που αντιμετωπίζουν έλλειψη τροφίμων δε θέλουν μεταλλαγμένα τρόφιμα, η επιλογή τους πρέπει να γίνεται σεβαστή από την αληθινά ανθρωπιστική βοήθεια. Υπάρχουν αρκετά μη μεταλλαγμένα τρόφιμα στον κόσμο. Η νότια Αφρική χρειαζόταν ένα εκατομμύριο τόνους σιτηρών για να αντιμετωπίσει την επισιτιστική κρίση: 1,16 εκατομμύρια τόνοι μη μεταλλαγμένου αραβόσιτου υπάρχουν στην Κένυα, την Τανζανία, την Ουγκάντα και τη Νότια Αφρική. Η ποσότητα που είναι διαθέσιμη στην παγκόσμια αγορά είναι παραπάνω από τη διπλάσια. Η ΕΕ ανακοίνωσε ότι θα προσφέρει στη νότια Αφρική 30 εκατομμύρια ευρώ για να προμηθευτεί μη μεταλλαγμένα τρόφιμα ως επισιτιστική βοήθεια. Η Ινδία έχει αποθέματα 65 εκατομμύρια τόνους μη μεταλλαγμένων τροφίμων, που μπορεί να διαθέσει για λιγότερο από $0,10 το κιλό. Υπάρχουν άφθονες εναλλακτικές λύσεις απέναντι στα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα. Ο εξαναγκασμός σε περιόδους έκτακτης ανάγκης συνιστά απάνθρωπη πρακτική και όχι ανθρωπιστική βοήθεια.

Πρόσφατα η Ινδία απέρριψε μια αποστολή 10.000 τόνων καλαμποκιού ως επισιτιστική βοήθεια, γιατί ήταν μολυσμένο με καλαμπόκι Starlink.
Το παράδοξο να εισάγει η Ινδία όλο και μεγαλύτερες ποσότητες επισιτιστικής βοήθειας, ενώ 65 εκατομμύρια τόνοι σαπίζουν στις αποθήκες της, δείχνει ότι η επισιτιστική ανασφάλεια δεν είναι αποτέλεσμα της υπονόμευσης της επισιτιστικής ασφάλειας, αλλά προκαλείται από την υπονόμευση της διατροφικής κυριαρχίας και της διατροφικής δημοκρατίας. Το δημοκρατικό έλλειμμα είναι που επιτρέπει την εξάπλωση των μεταλλαγμένων τροφίμων. Η επισιτιστική ασφάλεια αποτελεί μια δημοκρατική πρόκληση τόσο για το Βορρά όσο και για το Νότο, τόσο για τους πλούσιους όσο και για τους φτωχούς, τόσο για τους παραγωγούς όσο και για τους καταναλωτές. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να αποκαλείται ελεύθερη εάν ενεργεί κατά παράβαση της διατροφικής δημοκρατίας.

Η Βαντάνα Σίβα είναι διευθύντρια του Ιδρύματος Ερευνών για την Επιστήμη, την Τεχνολογία και την Οικολογία. Αυτό το άρθρο προέρχεται από μια ομιλία που δόθηκε στη Διάσκεψη για το Μέλλον της Ζωής, το Φεβρουάριο του 2003.

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παπαδάκης

Σημειώσεις:
1) Το μπούσελ είναι μονάδα μέτρησης όγκου στην Αμερική, όπου 1 μπούσελ ισούται με 35,24 λίτρα. Το έικρ χρησιμοποιείται συχνά για να δηλώσει εκτάσεις γης στις αγγλοσαξονικές χώρες, όπως το στρέμμα στην Ελλάδα. 1 έικρ ισούται με 4,047 (περίπου τέσσερα) στρέμματα. (Σ.τ.Μ.)
2) 1 κουίνταλ ίσον 100 κιλά. (Σ.τ.Μ.)

ΣΑΟΥΛ ΛΑΝΤΑΟΥ: Η ΟΡΓΗ ΒΑΘΑΙΝΕΙ

«Πιστεύω ότι τα τραπεζικά ιδρύματα είναι περισσότερο επικίνδυνα για τις ελευθερίες μας απ’ όσο οι ετοιμοπόλεμες στρατιές. Εάν ο αμερικανικός λαός επιτρέψει κάποτε στις ιδιωτικές τράπεζες να ελέγξουν τη χρηματική ρευστότητα, πρώτα με τον πληθωρισμό και ύστερα με την ύφεση, οι τράπεζες και οι επιχειρήσεις που αναπτύσσονται γύρω από αυτέ, θα στερήσουν από το λαό όλη την περιουσία του, ώσπου κάποια μέρα τα παιδιά του θα ξυπνήσουν άστεγα στη γη που πάτησαν οι πατέρες τους». -Thomas Jefferson, 1802

«Είναι χειρότερο απ’ ό,τι μπορείτε να φανταστείτε», μου εμπιστεύτηκε ένα μέλος του Κογκρέσου, αναφερόμενο στην καθοδική πορεία της οικονομίας. «Εμείς δώσαμε όλα αυτά τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια στους τραπεζίτες για να τα δανείσουν και αυτοί ούτε τα δάνεισαν και εξακολουθούν να ζητάνε περισσότερα. Οι τραπεζίτες δε γνωρίζουν τι κάνουν και ούτε ο Τιμ Γκάιθνερ (υπουργός οικονομίας των ΗΠΑ) γνωρίζει τι κάνει. Όλοι ξέρουμε ότι αυτή είναι η χειρότερη οικονομική ύφεση της ζωής μας».

Ενώ ξεδιπλώνονται οι υπόγειες προσπάθειες που καταβάλει κάθε γερουσιαστής στην Ουάσιγκτον για να αρπάξει για την περιοχή ή την πολιτεία του κάτι από τον προϋπολογισμό, οι φτωχοί θα πρέπει να αρχίσουν να ανησυχούν. Έχουν ήδη χάσει ή πρόκειται να χάσουν σπίτια, δουλειά και υγειονομική περίθαλψη. Αυτοί που ανήκουν στην τάξη των πλουσίων εστιάζουν στο μεγαλύτερο πρόβλημά τους: στην ιδιοκτησία τους, η οποία, στις ηθικές τους αξίες, βρίσκεται ψηλότερα από τη ζωή και την ευημερία εκείνων που δεν έχουν τίποτα ή έχουν λίγα.

Οι υπόλοιποι κυρίαρχοι του σύμπαντος στη Γουόλ Στριτ εμμένουν στην ιδέα τού δικού τους αλάθητου. «Ο Ντούτσε έχει πάντα δίκιο», είπε o Μουσολίνι για τον εαυτό του πριν τον απαγχονισμό του.

Οι καπιταλιστές περιέργως πιστεύουν στον καπιταλισμό και έχουν καταβάλει όλη τους την ενέργεια στη διάδοση του όρου. Οι υποστηρικτές τους έχουν πείσει πολλούς εργαζόμενους ανθρώπους ότι ο καπιταλισμός και η αμερικανική σημαία πάνε μαζί. Ο καπιταλισμός σημαίνει ελευθερία, οπότε η ιδέα της εθνικοποίησης των τραπεζών φαντάζει στο μυαλό τους σαν ολοκαύτωμα.

Οι μεγάλοι τραπεζίτες και οι εταίροι τους συνδέονται με την πολιτική εξουσία, που βρίσκεται ένα βήμα από κάτω τους, πετώντας απλώς λεφτά στους πολιτικούς, οι οποίοι ευχαρίστως τα αρπάζουν. Επιχορηγούν, επίσης, προπαγανδιστικές θεωρίες, οι ειδικοί των οποίων αναλαμβάνουν να εξηγήσουν στον ευκολόπιστο λαό γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να βρίσκονται σε διαρκή πόλεμο για να διαδώσουν την ελευθερία (δηλαδή τον καπιταλισμό).

Μετρήστε τα θύματα αυτής της υπεροπτικής αντίληψης. Από τον πόλεμο της Κορέας το 1950-53, οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν ανατρέψει βίαια – ή προσπάθησαν να ανατρέψουν – κυβερνήσεις στο Βιετνάμ, το Λάος, την Κολομβία, τη Χιλή, τη Δομινικανή Δημοκρατία, το Ελ Σαλβαδόρ, τη Νικαράγουα, τη Βραζιλία, το Ιράν και την Ινδονησία. Επιπλέον, ενθάρρυναν στρατιωτικά πραξικοπήματα σε πολλά άλλα κράτη στον τρίτο κόσμο.

Μέχρι την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης στις αρχές του 1990, ο πόλεμος ενάντια στον κουμμουνισμό δικαιολογούσε τις επεμβάσεις. Από τότε, το ρόλο του δαίμονα που πριν έπαιζαν οι κόκκινοι τώρα τον έχουν οι τρομοκράτες. Γι' αυτό το Αφγανιστάν και το Ιράκ προστέθηκαν στον κατάλογο των κρατών - θυμάτων, με το Πακιστάν να κινείται αργά προς αυτή την κατεύθυνση.

Οι πόλεμοι – στο όνομα της προστασίας της ελευθερίας - κοστίζουν τις ζωές πολλών Αμερικανών ανδρών και γυναικών και ακόμη περισσότερων ντόπιων. Η ερώτηση για το αν άξιζε η θητεία σε οποιονδήποτε από τους πολέμους στην Κορέα, το Βιετνάμ και τον Περσικό Κόλπο, έχει καταστεί ισοδύναμη με την αμφισβήτηση της ίδιας της σημαίας.

Τα ίδια λόγια ακούγονται μουδιασμένα στην αρχή όλων των νέων πολέμων. Ο πρόεδρος ζητά από τους νέους να πολεμήσουν γιατί απειλείται η ελευθερία του έθνους. Έχοντας εκστομίσει τις μαγικές λέξεις, ο πρόεδρος στη συνέχεια αντλεί λεφτά από τους φορολογούμενους για να «κερδίσει» τη δίκαιη μάχη. Η επίσημη γλώσσα θεωρεί ότι «εμείς» είμαστε οι καλοί και αυτοί που μας αντιστέκονται είναι οι κακοί. Ακούστε τι είπε ο Ντέιβιντ Πετρέους, στρατηγός των αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, σε Αμερικανούς και Ευρωπαίους που παρευρίσκονταν σε ένα συνέδριο για την ασφάλεια. «Για να κερδίσουμε τον Αφγανοπακιστανικό πόλεμο, χρειάζεται να ανακαλύψουμε και να διαχωρίσουμε τις αντιδραστικές από τις συμβιβαστικές φωνές, προσπαθώντας να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που μπορούν να καταστήσουν τις “συμβιβαστικές” φωνές ως μέρος της λύσης του προβλήματος, ακόμα κι αν χρειαστεί να σκοτώσουμε, να αιχμαλωτίσουμε ή να εξαφανίσουμε τις αντιδράσεις" (Remarks at 45th Munich Security Conference, 8 Φεβρ. 2009). Φανταστείτε έναν κορυφαίο βρετανό στρατηγό το 1776 να κάνει παρόμοιες παρατηρήσεις στους συναδέλφους του σχετικά με τον πληθυσμό των αμερικανικών αποικιών.

Με τον όρο «συμβιβαστικές» φωνές εννοεί αυτούς που οι ΗΠΑ μπορούν να εξαγοράσουν ή να εκφοβίσουν ώστε να συνεργαστούν μαζί τους για την επίτευξη των στόχων τους. Κάποιοι θα μπορούσαν να τους αποκαλέσουν και προδότες. Στη συνέχεια, αφού οι αμερικανικές δυνάμεις αποσυρθούν και οι «φιλικά προσκείμενοι» σε αυτές γίνουν παρίες στην ίδια τους τη χώρα, η αμερικανική κυβέρνηση, συμβιβαστικά, ίσως να φέρει κάποιους από αυτούς στις ΗΠΑ, όπως έγινε με κάποια μέλη των Hmong μετά τον πόλεμο στο Βιετνάμ.

Ο Μπους έστειλε στρατιωτικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν τον Οκτώβριο του 2001 για να βρει και να σκοτώσει τον Οσάμα Μπιν Λάντεν. Με κάποιον τρόπο, η αρχική αυτή αποστολή μετατράπηκε σε μια προσπάθεια επιβολής των αμερικανικών αποφάσεων στους Αφγανούς. Αυτό δε λειτούργησε ούτε στην Κορέα ούτε στο Βιετνάμ ούτε και σε κανένα άλλο μέρος που οι αμερικανικές δυνάμεις προσπάθησαν να εξαγάγουν τον παρηκμασμένο τρόπο ζωής μας σε ανθρώπους με άλλη κουλτούρα. Κόστισε όμως πολύ ακριβά.

Η σκληρή πραγματικότητα, που δεν αναφέρθηκε από τα αμερικανικά μίντια, είναι ότι οι ΗΠΑ, παρά την τεχνολογική υπεροχή και τη στρατιωτική τους δύναμη δεν κέρδισαν στην Κορέα ή στο Βιετνάμ, πετσόκοψαν το Λάος και εγκατέλειψαν την Κολομβία σε τέτοια τραγική κατάσταση που οι αιμοσταγείς Κόκκινοι Χμερ κατόρθωσαν να πάρουν την εξουσία και να σφάξουν μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Παρόμοια, οι «ειδικοί» της πολιτικής της Ουάσιγκτον δε συνειδητοποίησαν το γεγονός ότι όλες οι υποκινούμενες από τη CIA δικτατορίες δεν άντεξαν πολύ. Πράγματι, οι συνέπειές τους στο Ιράν και στη Γουατεμάλα είναι ακόμη σε εξέλιξη.

Οι δικτατορίες στη Βραζιλία και τη Χιλή διάβρωσαν τη στρατιωτική εξουσία στις χώρες αυτές και έφεραν στην προεδρία σοσιαλιστές οι οποίοι αψήφησαν την Ουάσιγκτον, πράγμα το οποίο δε θα είχε επιτραπεί 50 χρόνια πριν. Αλλά πόσοι από τους ισχυρούς στην πρωτεύουσα αναρωτιούνται όταν φτάνει η στιγμή του προϋπολογισμού: πώς μπορούμε να αντέξουμε, οικονομικά, να δαπανάμε σε πολέμους, τους οποίους ποτέ δε φαίνεται να κερδίζουμε, ενώ η κατάσταση της οικονομίας μας είναι ουσιαστικά υπό κατάρρευση;

Ο τρέχον στρατιωτικός προϋπολογισμός συντηρεί: «268 βάσεις στη Γερμανία, 124 στην Ιαπωνία και 87 στη Νότια Κορέα. Άλλες είναι διασκορπισμένες ανά τον κόσμο σε μέρη όπως η Αρούμπα και η Αυστραλία, η Βουλγαρία και το Μπαχρέιν, η Κολομβία και η Ελλάδα, το Τζιμπουτί, η Αίγυπτος, το Κουβέιτ, το Κατάρ, η Ρουμανία, η Σιγκαπούρη και φυσικά το Γκουαντάναμο στην Κούβα - για να αναφέρω ενδεικτικά μόνο κάποιες. Ανάμεσα στις εγκαταστάσεις που θεωρούνται κριτικής σημασίας για την εθνική ασφάλειά της Αμερικής είναι ένα χιονοδρομικό κέντρο στις Βαυαρικές Άλπεις, κάποια θέρετρα στη Σεούλ και το Τόκυο και 234 γήπεδα γκολφ που διαχειρίζεται το Πεντάγωνο παγκοσμίως». (David Vine, The Costs of Empire: Can We Really Afford 1,000 Overseas Bases? FPIF, 10 Μαρτίου)

Όπως με διαβεβαίωσε μέλος του Κογκρέσου, «το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να αναχαιτίσει αυτή τη στρατιωτική δραστηριότητα είναι να συνειδητοποιήσει ο κόσμος πόσα πολλά σκορπάμε σε μια ανοησία. Αυτή πρόκειται να κοστίσει περισσότερα τρισεκατομμύρια δολάρια από αυτά που έχουμε δει σε αυτόν το γύρο εγγυήσεων προς τις τράπεζες. Ο κόσμος πρέπει να αρχίσει να ρωτάει για το στρατιωτικό προϋπολογισμό όπως ακριβώς ρωτάει για τα χρήματα που δίνονται στις τράπεζες. Όλες αυτές οι επενδύσεις εγγυώνται άραγε τη σταθερότητα;»

Οι πλούσιοι και οι ισχυροί σκέφτονται κυρίως πώς θα διατηρήσουν και θα αυξήσουν τον πλούτο και τη δύναμή τους. Ο πρόεδρος Ομπάμα πρέπει να συνειδητοποιήσει, ωστόσο, ότι η έκτακτη ανάγκη δεν του δίνει το δικαίωμα να κάνει αφαίμαξη μόνο στα δικά μας περιουσιακά μας στοιχεία, αλλά και στην περιουσία των πλουσίων, προκειμένου να αντιμετωπίσει εκείνες τις καταστάσεις που απειλούν το κοινό καλό.

Έχει γίνει προφανές σε εκατομμύρια ανθρώπους ότι το κράτος αντιμετωπίζει μια σοβαρή κρίση. Ένα χρόνο πριν, ποιος θα μπορούσε να προβλέψει ότι το Κογκρέσο θα χρηματοδοτούσε τράπεζες και τεραστίων διαστάσεων ασφαλιστικούς γίγαντες, η GM θα ακροβατούσε στο όριο της χρεοκοπίας και ο παραμυθένιος τρόπος ζωής μας θα αποτελούσε ανέκδοτο για εκατομμύρια από τις πρόσφατα χρεοκοπημένες οικογένειες.

Σύντομα, πολύς κόσμος θα αναρωτηθεί: αφού χρηματοδοτούμε τις τράπεζες, τότε δε θα έπρεπε να τις ελέγχουμε – ή ακόμη καλύτερα να περιέλθουν στην ιδιοκτησία μας; Οι τραπεζίτες τα θαλάσσωσαν. Γιατί πρέπει να παίρνουν τα λεφτά μας; Ίσως να αναρωτηθούν επιπλέον: γιατί πρέπει το Κογκρέσο να συνεχίζει να χρηματοδοτεί με περίπου 750 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο ένα μαζικό στρατιωτικό μηχανισμό ο οποίος δεν έχει κερδίσει κανέναν πραγματικό πόλεμο από το 1945;

O Saul Landau είναι μέλους του Institute for Policy Studies και συγγραφέας του A BUSH AND BOTOX WORLD (Counterpunch A/K). Οι ταινίες του είναι διαθέσιμες σε μορφή dvd στη διεύθυνση: www.roundworldproductions.com

Μετάφραση: Σοφία Παπαγιαννάκη

ΤΖΟΡΤΖ ΜΟΝΠΑΪΟΤ: ΥΠΟΔΟΥΛΗ ΓΝΩΣΗ

Τη χρηματοδότηση για την ακαδημαϊκή έρευνα την έχουν αναλάβει εξολοκλήρου οι εταιρίες.

Γιατί ο διευθυντής του Συμβουλίου Ιατρικής Έρευνας είναι ένας κατασκευαστής τεχνητών χεριών; Γιατί ο διευθυντής στο Συμβούλιο για την Έρευνα του Φυσικού Περιβάλλοντος είναι επικεφαλής μιας κατασκευαστικής εταιρίας; Γιατί ο διευθυντής μιας κτηματομεσιτικής εταιρίας είναι υπεύθυνος για τη χρηματοδότηση της ανώτατης εκπαίδευσης στην Αγγλία;

Επειδή τα πανεπιστήμιά μας μετατρέπονται από την κυβέρνηση σε ερευνητικά τμήματα των μεγάλων εταιριών. Τα πανεπιστήμια δεν επιδιώκουν πια τη γνώση για τη γνώση: τώρα η υπέρτατη φιλοδοξία τους είναι πως θα βρουν τρόπους να βγάλουν χρήματα.

Στο τέλος του περασμένου μήνα έλαβε χώρα μια σιωπηλή ακαδημαϊκή επανάσταση, η οποία αποσιωπήθηκε από τα ΜΜΕ. Τα συμβούλια ερευνών που παρέχουν το 90% της χρηματοδότησης για την ακαδημαϊκή έρευνα στη Βρετανία, έθεσαν ένα νέο όρο για όσους ζητούν επιχορηγήσεις: τώρα θα πρέπει να περιγράφουν τα οικονομικά αποτελέσματα της έρευνας που θέλουν να διεξάγουν. Σύμφωνα με τα συμβούλια, ως αποτέλεσμα ορίζεται η «πρακτική συνεισφορά» της έρευνας στην κοινωνία και την οικονομία. Όμως πώς μπορεί κανείς να περιγράψει την πρακτική συνεισφορά μιας έρευνας που στηρίζεται σε υποθέσεις, πριν καν αυτή διεξαχθεί;

Η γενική ιδέα, σύμφωνα με την κυβέρνηση, είναι να μεταφέρει τη θεωρητική γνώση από τα πανεπιστήμια στη βιομηχανία, ενισχύοντας έτσι την οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου και βοηθώντας τη χώρα να βγει από την ύφεση. Γενικά, αυτό δεν είναι κάτι το μεμπτό. Εντούτοις, θέτοντας αυτό ως βασικό όρο για την επιδίωξη της γνώσης, σίγουρα δε μας πλουτίζει, αλλά μας κάνει φτωχότερους, ενώ τα θαύματα του σύμπαντος υποβιβάζονται σε αριθμούς λογιστικών βιβλίων.

Φανταστείτε τον Κάρολο Δαρβίνο να συμπληρώνει την αίτησή του πριν ξεκινήσει το ταξίδι του με το Μπινγκλ. «Εξηγήστε ποιος θα είναι ο πιθανός αντίκτυπος της έρευνάς σας στην υγεία, τον πλούτο και την κουλτούρα του έθνους. Για παράδειγμα: πώς θα ενισχύσει την παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα και ιδιαίτερα την οικονομική ανταγωνιστικότητα του Ηνωμένου Βασιλείου… Ποια είναι τα ρεαλιστικά χρονικά περιθώρια μέσα στα οποία θα γίνουν ορατά τα οφέλη της έρευνας;» Αν ο Δαρβίνος εξαρτιόταν από την επιχορήγηση κάποιου βρετανικού συμβουλίου έρευνας δε θα είχε ξεκινήσει ποτέ το ταξίδι του.

Βέβαια η κυβέρνηση επιμένει ότι τίποτα ουσιαστικό δεν έχει αλλάξει και ότι ισχύει ακόμη η Αρχή Χαλντέιν, που ορίζει ότι η κυβέρνηση δεν πρέπει να ανακατεύεται στις αποφάσεις για την έρευνα. Οι υπουργοί λένε ότι μόνο τα συμβούλια ερευνών πρέπει να αποφασίζουν ποια έρευνα θα πάρει επιχορήγηση.

Πρόκειται, όμως, για απάτη όμοια μ’ αυτήν που μεταχειρίζονται οι ιδιοκτήτες εφημερίδων. Κάποιοι απ’ αυτούς ισχυρίζονται ότι δεν παρεμβαίνουν στις αποφάσεις που παίρνουν οι εφημερίδες τους. Παρ’ όλα αυτά προσλαμβάνουν αρχισυντάκτες που υποστηρίζουν τις ίδιες ιδέες μ’ αυτούς και ξέρουν ακριβώς τι πρέπει να περιμένουν απ’ αυτούς. Με την ίδια λογική, οι διευθυντές των πέντε συμβουλίων που χρηματοδοτούν τις επιστημονικές έρευνες και οι διευθυντές των τριών συμβουλίων που χρηματοδοτούν την ανώτατη εκπαίδευση (παρέχοντας το συντριπτικό ποσοστό χρηματοδότησης των πανεπιστημίων) είναι ή ήταν ανώτερα στελέχη εταιριών.

Όλοι αυτοί οι διευθυντές είναι υπό την επιτήρηση του υπουργού Επιστήμης και Καινοτομίας, Λόρδου Ντρέισον. Αυτός πριν γίνει υπουργός διετέλεσε διευθυντικό στέλεχος σε μια φαρμακευτική εταιρία με την επωνυμία PowderJect. Είχε αναμειχθεί σε ένα σκάνδαλο που για πολλούς συμβολίζει την απουσία αποτελεσματικών φραγμών ανάμεσα στην κυβέρνηση και τις εμπορικές εταιρίες.

Στις 30 Νοεμβρίου 2001 η βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε να αγοράσει μεγάλες ποσότητες εμβολίου για την ευλογιά, το Lister strain. H μόνη εταιρία που διέθετε την απαιτούμενη ποσότητα ήταν η Bavarian Nordic. Στις 6 Δεκεμβρίου 2001 ο Πωλ Ντρέισον ήταν ανάμεσα στους επιχειρηματίες που γευμάτισαν με τον τότε πρωθυπουργό Τόνι Μπλερ. Την ίδια περίοδο περίπου, ο Ντρέισον έκανε δωρεά στο Εργατικό Κόμμα 50.000 αγγλικές λίρες. Λίγο αργότερα, η κυβέρνηση θέλησε να αγοράσει το εμβόλιο από την Bavarian Nordic, αλλά έμαθαν ότι ήταν αργά, αφού η PowderJect είχε αγοράσει τα δικαιώματα αποκλειστικής διανομής στη Βρετανία. Έτσι η κυβέρνηση έπρεπε να αγοράσει το εμβόλιο από την εταιρία του Ντρέισον. Πλήρωσε 32 εκατομμύρια λίρες στην PowderJect· 20 εκατομμύρια λίρες περισσότερες από όσες πλήρωσε η PowderJect στην Bavarian Nordic. O Τόνι Μπλερ και o Πωλ Ντρέισον αρνήθηκαν να απαντήσουν σε ερωτήσεις σχετικά με το εάν το Lister strain συζητήθηκε στο πρόγευμα στην Ντάουνινγκ Στριτ. Δεν έγινε σαφές εάν ο Λόρδος Ντρέισον ήταν ενήμερος τότε για την κυβερνητική απόφαση να επιλέξει το Lister strain.

Η περίπτωση του Ντρέισον μοιάζει με τη περίπτωση του Σερ Τζον Κίσχολμ, του προέδρου του Συμβουλίου Ιατρικής Έρευνας. Ο Κίσχολμ είχε ιδρύσει μια εταιρία στρατιωτικού λογισμικού, πριν γίνει κυβερνητικό στέλεχος στην Υπηρεσία Αμυντικών Ερευνών. Ηγήθηκε της προσπάθειας μετατροπής της Υπηρεσίας σε εμπορική εταιρία με όνομα QinetiQ, μέσα από μια διαδικασία ιδιωτικοποίησης που ολοκληρώθηκε όταν ο Ντρέισον ήταν υπουργός Αμυντικών Δαπανών. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας ο Σερ Τζον, πλήρωσε 129.000 λίρες για να αποκτήσει μετοχές της εταιρίας. Αυτές εκτινάχθηκαν στα 26 εκατομμύρια λίρες όταν η QinetiQ ξεκίνησε τη λειτουργία της. Ο πρώην διευθυντής της Υπηρεσίας Αμυντικών Ερευνών περιέγραψε το γεγονός ως «απληστία της άρχουσας τάξης». Ο Λόρδος Γκίλμπερτ, πρώην υπουργός Αμυντικών Δαπανών επισήμανε ότι «ειλικρινά, τα χρήματα που κέρδισαν οι ανώτατοι δημόσιοι λειτουργοί ήταν κάτι το επαίσχυντο. Αυτοί δεν συνεισέφεραν τίποτα στην πρόοδο της εταιρίας, αλλά ήταν η δουλειά του ερευνητικού προσωπικού που έκανε τη διαφορά». Ο Σερ Τζον Κίσχολμ παραμένει πρόεδρος της QinetiQ. Υπάρχει κανείς εκτός κυβέρνησης ο οποίος να πιστεύει ότι τέτοιοι άνθρωποι πρέπει να επιβλέπουν την επιστημονική έρευνα σ’ αυτή τη χώρα; […]

Οι εκθέσεις που γράφονται τώρα για τα οικονομικά αποτελέσματα φροντίζουν ώστε όλοι οι επιστήμονες να γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι δραστηριότητες των πανεπιστημίων είναι πλέον εμπορικές. Οι διακηρύξεις της κυβέρνησης αναφέρουν ότι τα πανεπιστήμια «παρέχουν ήδη κίνητρα (όπως οι αξιολογήσεις για τις προαγωγές)» για να πείσουν τους ερευνητές να συνεργαστούν με τις επιχειρήσεις. Εάν βέβαια μια έρευνα δεν πρόκειται να αποφέρει χρήματα για κάποιον, είναι απίθανο να συνεχιστεί.

Ακόμη και αν κρίνουμε την τακτική αυτή από τους στόχους της, δεν έχει νόημα. Η μακροπρόθεσμη υγεία της οικονομίας της γνώσης εξαρτάται από τις έρευνες που στηρίζονται σε θεωρητικές υποθέσεις και δεν έχουν άμεσα εφαρμόσιμα αποτελέσματα: όταν οι επιστήμονες είναι ελεύθεροι να επιδιώκουν το πάθος τους είναι πιο πιθανό να κάνουν τη μεγαλειώδη τυχαία ανακάλυψη που μπορεί να προσφέρει στην κοινωνία και την οικονομία τεράστια και απρόβλεπτα οφέλη. Εάν όμως οι επιστήμονες είναι αναγκασμένοι να συνεργάζονται με τη βιομηχανία, είναι πιθανότερο να προχωρήσουν σε εφαρμογές της υπάρχουσας γνώσης, παρά να θελήσουν να επεκτείνουν τα όρια του επιστητού.

Η γνώση, όμως, δεν έχει να κάνει μόνο με τα οφέλη. Έχει να κάνει με το αξιοθαύμαστο, με την κατανόηση του κόσμου, με την ομορφιά. Πολλές γνώσεις που αποκτούμε ίσως και να μην έχουν πρακτική εφαρμογή, αλλά κάνουν τον κόσμο ομορφότερο μέρος με μια έννοια που ο Λόρδος Ντρέισον και οι όμοιοί του πρέπει να πασχίσουν πολύ για να την αντιληφθούν.

Δημοσιεύτηκε στην Guardian 12-5-2009.
Ο George Monbiot είναι οικολόγος ακτιβιστής, δημοσιογράφος και συγγραφέας. Αρθρογραφεί στο Ζmagazine και στην αγγλική εφημερίδα Guardian. www.monbiot.com

Μετάφραση: Μαρία Πατεράκη

Lord Drayson, 17-11-2008. Ομιλία στην British Venture capital Association.http://www.dius.gov.uk/news_and_speeches/speeches/lord_drayson/venture
http://www.epsrc.ac.uk/ResearchFunding/HowToApply/EIFAQs.htm
http://www.epsrc.ac.uk/CMSWeb/Downloads/Other/EIGuidanceForApplicants.pdf
http://www.guardian.co.uk/uk/2004/jun/29/politics.freedomofinformation
http://www.guardian.co.uk

25/9/08

ΟΥΪΛΙΑΜ ΜΠΛΟΥΜ: ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟ ΓΡΑΜΜΕΝΕΣ ΤΗΝ 4η ΙΟΥΛΙΟΥ

Η σημαντικότερη σκέψη: Έχω κουραστεί και μου προκαλεί εμετό αυτό το πράγμα που αποκαλείται «πατριωτισμός».

Οι Ιάπωνες πιλότοι που βομβάρδισαν το Πέρλ Χάρμπορ επέδειξαν πατριωτισμό. Οι Γερμανοί που υποστήριξαν τον Χίτλερ και τις κατακτήσεις του ήταν πατριώτες, που πάλευαν για τα πάτρια εδάφη. Όλοι οι λατινοαμερικανοί στρατιωτικοί δικτάτορες, που επιβλήθηκαν στις δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις και που επανειλημμένα βασάνιζαν ανθρώπους, ήταν πατριώτες που έσωζαν την αγαπημένη τους χώρα από τον «κομμουνισμό».

Στρατηγός Αγκούστο Πινοσέτ της Χιλής: «Θέλω να με θυμούνται ως έναν άνθρωπο που υπηρέτησε την πατρίδα του». [1]

Π. Μποτά, πρώην πρόεδρος του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική: «Δεν πρόκειται να μετανοήσω. Δεν πρόκειται να ζητήσω ευνοϊκή μεταχείριση. Ό,τι έκανα το έκανα για την πατρίδα μου».[2]

Πωλ Ποτ, δολοφόνος του λαού της Καμπότζης: «Θέλω να γνωρίζετε πως ό,τι έκανα, το έκανα για την πατρίδα μου».[3]

Τόνι Μπλερ, πρώην βρετανός πρωθυπουργός, υπερασπιζόμενος τον ρόλο του στη δολοφονία εκατοντάδων χιλιάδων Ιρακινών: «Έκανα ό,τι θεώρησα πως ήταν σωστό για την πατρίδα μας».[4]

Δεν θέλω να γίνω βαρετός με την αναφορά όσων έχει πει ο Τζόρτζ Μπους.

Στο τέλος του Β΄Π.Π., οι Ηνωμένες Πολιτείες έδιναν μαθήματα ηθικής στους γερμανούς αιχμάλωτους και στον γερμανικό λαό σχετικά με το απαράδεκτο της δικαιολογίας τους ότι, δηλαδή, «απλώς υπάκουαν στη νόμιμη γερμανική κυβέρνηση»· δεν έφταιγαν για το ολοκαύτωμα. Για να τους αποδείξουν πόσο νομικά απαράδεκτος ήταν αυτός ο ισχυρισμός, οι σύμμαχοι του Β΄Π.Π. κρέμασαν όσους αποτελούσαν εξέχοντα παραδείγματα τέτοιας πατριωτικής πίστης.

Κάποτε, μετά από μία συζήτηση, με ρώτησαν: «Αγαπάτε την Αμερική;» Απάντησα: «Όχι». Και μετά από σκόπιμη παύση μερικών δευτερολέπτων, ώστε οι ακροατές μου να καταλάβουν την απάντηση, και εν μέσω νευρικών μουρμουρητών, συνέχισα: «Δεν αγαπώ καμία χώρα. Είμαι πολίτης του κόσμου. Αγαπώ ορισμένες αρχές, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις ατομικές ελευθερίες, τη δημοκρατία, ένα οικονομικό σύστημα που βάζει τους ανθρώπους πάνω από το κέρδος».

Δεν κάνω διακρίσεις μεταξύ του πατριωτισμού και του εθνικισμού. Μερικοί συγγραφείς εξισώνουν τον πατριωτισμό με την υποταγή κάποιου στη χώρα του και στην κυβέρνηση, ενώ ορίζουν τον εθνικισμό ως ένα σύνολο συναισθημάτων εθνικής ανωτερότητας. Όμως, όπως και εάν ορίσει κάποιος τις δύο αυτές έννοιες, οι ψυχολογικές και συμπεριφορικές εκδηλώσεις του εθνικισμού και του πατριωτισμού – συμπεριλαμβανομένης της επίδρασης τέτοιων συναισθημάτων στην καθημερινή πολιτική – δεν διαχωρίζονται εύκολα· πραγματικά, η μία έννοια δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την άλλη.

Ο Χάουαρντ Ζιν έχει ορίσει τον εθνικισμό ως «ένα σύνολο πεποιθήσεων οι οποίες διδάσκονται σε κάθε γενιά, και σύμφωνα με τις οποίες, η μητέρα πατρίδα ή τα πάτρια εδάφη αποτελούν αντικείμενο λατρείας και την φλογερή αιτία για κάποιον να σκοτώσει τα παιδιά κάποιας άλλης μητέρας πατρίδας».[5] … «Ο πατριωτισμός χρησιμοποιείται για να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση ότι όλοι όσοι βρίσκονται σε μία χώρα έχουν κοινά συμφέροντα».[6]

Η μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικανών έχει ισχυρά συναισθήματα πατριωτισμού, που είναι έκδηλα. Τα συναισθήματα αυτά βρίσκονται βαθύτερα κρυμμένα στους πιο «προοδευτικούς» και «σοφιστικέ» πολίτες, αλλά είναι σχεδόν πάντοτε εκεί, έτοιμα να φουντώσουν.

Ο Αλέξις Ντε Τοκβίλ, γάλλος ιστορικός του 19ου αιώνα, έγραψε σχετικά με τη μακροχρόνια παραμονή του στις Ηνωμένες Πολιτείες: «Είναι αδύνατο να υπάρξει μία πιο ενοχλητική και φλύαρη μορφή πατριωτισμού. Κουράζει ακόμη και εκείνους που είναι διατεθειμένοι να τον σεβαστούν».[7]

Ο Τζόρτζ Μπους, ο πρεσβύτερος, όταν έδωσε αμνηστία στον πρώην υπουργό Άμυνας Κασπάρ Γουαινμπέργκερ και σε 5 ακόμη άτομα που σχετίζονταν με το σκάνδαλο της παράνομης πώλησης όπλων στο Ιράν για τη χρηματοδότηση των Κόντρας, δήλωσε: «Κατ' αρχάς, τα κίνητρά τους είχαν κοινό παρονομαστή τον πατριωτισμό, ανεξάρτητα εάν οι ενέργειές τους ήταν σωστές ή λάθος».[8]

Πρόκειται για ένα πρωτόγονο αδύνατο σημείο μίας κοινωνίας που θέλει να λέγεται λογική. Οι ΗΠΑ είναι η χώρα με τον περισσότερο πατριωτισμό και θρησκοληψία στον αποκαλούμενο ανεπτυγμένο κόσμο.

Αυτό το φαινόμενο του αμερικανικού πατριωτισμού μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα ως η σημαντικότερη περίπτωση μαζικής υστερίας στην ιστορία, στην οποία το πλήθος λατρεύει την ισχύ της χώρας του, που είναι υπερδύναμη, ως υποκατάστατο για την παντελή έλλειψη εξουσίας πάνω στην καθημερινή του ζωή. Ο πατριωτισμός, όπως η θρησκεία, καλύπτει την ανάγκη των ανθρώπων για κάτι μεγαλύτερο με το οποίο να μπορούν να συνδέσουν στενά την προσωπική τους ζωή.

Έτσι και αυτήν την 4η Ιουλίου, αγαπητοί αμερικανοί συμπολίτες μου, μερικοί από εσάς θα σηκώσετε τις γροθιές σας ψηλά και θα φωνάξετε: « U! S! Α! U! S! Α!» Και θα παρελάσετε με τις σημαίες σας και με τις εικόνες του αγάλματος της ελευθερίας. Αλλά, γνωρίζετε ότι ο γλύπτης του αγάλματος έδωσε σ’ αυτό, το πρόσωπο της μητέρας του, μιας αυταρχικής και αδιάλλακτης γυναίκας, η οποία είχε απαγορεύσει ένα άλλο παιδί της να παντρευτεί έναν Εβραίο;

«Ο πατριωτισμός», σύμφωνα με τη διάσημη φράση του Δρ. Σάμουελ Τζόνσον «είναι το έσχατο καταφύγιο των καθαρμάτων». Ο Αμβροζέ Μπίρς, θέλοντας να διαφοροποιηθεί, είπε ότι είναι το πρώτο καταφύγιο.

«Πατριωτισμός είναι η κατηγορηματική πεποίθηση ότι αυτή η χώρα είναι ανώτερη απ’ όλες τις άλλες, επειδή γεννηθήκατε σ’ αυτή». Τζόρτζ Μπέρναρντ Σο

Τζορτζ Όργουελ: «Οι πράξεις θεωρούνται καλές ή κακές, όχι ανάλογα με το ποιόν τους, αλλά ανάλογα με το ποιος τις κάνει. Και δεν υπάρχει, σχεδόν, κανένα είδος φρικαλεότητας που να μην γίνεται πιο ηθικό και να μην ωραιοποιείται, όταν διαπράττεται από “εμάς”, ακόμα και όταν πρόκειται για βασανιστήρια, ομηρίες ανθρώπων, καταναγκαστικά έργα, μαζικές εκτοπίσεις, φυλακίσεις χωρίς δίκη, παραποίηση στοιχείων, δολοφονίες, βομβαρδισμούς αμάχων». Ο εθνικιστής όχι μόνο δεν αποδοκιμάζει τις αγριότητες που διαπράττει η χώρα του, αλλά έχει μια ύποπτη ικανότητα να μην τις μαθαίνει καν.[9]

«Ο όρκος πίστης στην πατρίδα είναι χαρακτηριστικό των ολοκληρωτικών κρατών και όχι των δημοκρατιών» υποστηρίζει ο Ντέιβιντ Κέρτζερ, ένας ανθρωπολόγος του πανεπιστημίου Μπράουν, που ειδικεύεται στις πολιτικές τελετουργικές πράξεις. «Δεν μπορώ να σκεφτώ καμία άλλη δημοκρατία εκτός από τις ΗΠΑ, στην οποία να ορκίζονται πίστη στην πατρίδα».[10] Ή, θα μπορούσε να προσθέσει, όπου οι πολιτικοί επιδεικνύουν τον πατριωτισμό τους, φορώντας κονκάρδες με τη σημαία της χώρας. Ο Χίτλερ επέκρινε τους γερμανούς Εβραίους και τους κομμουνιστές για τον διεθνισμό τους και την έλλειψη εθνικού πατριωτισμού. Ο Φύρερ και ο Μουσολίνι απαιτούσαν οι «αληθινοί πατριώτες» να δίνουν όρκο δημόσια και να επιδεικνύουν την υποταγή τους στις πατρίδες τους. Οι μεταπολεμικές δημοκρατικές κυβερνήσεις των δύο χωρών κατέβαλαν σημαντικές προσπάθειες για να ελαχιστοποιήσουν τέτοιες επιδείξεις εθνικής υπερηφάνειας.

(Παραδόξως, ο αμερικανικός όρκος πίστης στην πατρίδα γράφτηκε το 1889 από τον Φράνσις Μπέλαμυ, ένα ιδρυτικό μέλος της κοινωνίας των χριστιανών σοσιαλιστών· μια ομάδα προτεσταντών υπουργών που υποστήριζαν ότι «οι διδασκαλίες του Ιησού Χριστού οδηγούν άμεσα σε κάποια μορφή ή μορφές σοσιαλισμού».)

Μετά από τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν το 1979, διαβάζαμε στον Τύπο ότι «πλέον, επικρατεί μεγάλος βαθμός πατριωτισμού στη Σοβιετική Ένωση, επειδή στις ενέργειες της Μόσχας δεν αντέδρασε κανείς, και έτσι έδειξε ποια είναι η πραγματική δύναμη σε εκείνο το μέρος του κόσμου».[11]

Καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, και ιδιαίτερα στο τελευταίο μισό, αναπτύχθηκε πολύ ο εθνικισμός στον κόσμο. Τον δίδασκαν στα σχολεία, τον τόνιζαν οι εφημερίδες, πολλοί υποκρίνονταν, τον διακήρυτταν και τον τραγουδούσαν. Εξελίχθηκε, τελικά, σε ένα τερατώδες ψέμα, το οποίο επέβαλε το σκότος στις ανθρώπινες σχέσεις. Οι άνθρωποι έφτασαν σε σημείο να θεωρούν ότι το να μην έχει κανείς εθνικότητα είναι τόσο ανάρμοστο, όσο το να παρουσιάζεται γυμνός δημοσίως. Οι ασιατικοί λαοί, που δεν είχαν ακούσει ποτέ προηγουμένως για «εθνικότητα», υιοθέτησαν την έννοια όπως υιοθέτησαν τα τσιγάρα και τα καπέλα». Χ. Γουέλς, Άγγλος συγγραφέας

«Η ίδια η ύπαρξη του κράτους απαιτεί την ύπαρξη κάποιας προνομιούχας τάξης ανθρώπων, η οποία να ενδιαφέρεται διακαώς για την προάσπισή του. Και αυτό που ονομάζεται πατριωτισμός δεν είναι τίποτα άλλο από το σύνολο των συμφερόντων αυτής της τάξης». Μιχαήλ Μπακούνιν, ρώσος αναρχικός.

«Εμένα, μου φαίνεται ότι είναι φρικτή ταπείνωση να ελέγχεται η ψυχή μου από τη γεωγραφία». Τζόρτζ Σανταγιάννα, αμερικανός εκπαιδευτικός και φιλόσοφος.


Ο William Blum είναι βετεράνος δημοσιογράφος και έχει γράψει, μεταξύ άλλων, τα βιβλία, Killing Hope: US Military and CIA Interventions Since World War 2, Rogue State: A Guide to the World's Only Superpower.

Μετάφραση: Νίκος Στυλόπουλος


Δημοσιεύτηκε στη Βαβυλωνία #47

20/9/08

ΑΡΟΥΝ ΓΚΟΥΠΤΑ: Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

Οι αυξανόμενες τιμές της βενζίνης το τελευταίο διάστημα έχουν προκαλέσει ένα ισχυρό σοκ στην τσέπη σας, εκτός βέβαια αν ζείτε μέσα σε γυάλα, όπως ο Τζόρτζ Μπους, ο οποίος τον περασμένο Φεβρουάριο εξέφρασε μεγάλη έκπληξη, όταν ένας δημοσιογράφος του είπε ότι η βενζίνη πλησίαζει τα $4 το γαλόνι. Το σοκ έγινε ιδιαίτερα αισθητό στα σούπερ μάρκετ, και σύμφωνα με το Ινστιτούτο Στατιστικών Εργασίας (Bureau of Labour Statistics) το κόστος ενός γαλονιού γάλακτος αυξήθηκε κατά 17%, μίας ντουζίνας αυγών κατά 40% μέσα στον περασμένο χρόνο και μιας φραντζόλας ψωμιού περίπου 30% τα τελευταία δύο χρόνια. Ο εθνικός μέσος όρος για τη βενζίνη άγγιξε την τιμή ρεκόρ των $3.63/γαλόνι στις αρχές Μαΐου, διπλάσια δηλαδή από το 2005, ενώ φαίνεται ότι θα σπάσει το φράγμα των $4 αυτό το καλοκαίρι.

Αλλά, αυτό που είναι ακόμα πιο έντονο από τις αυξήσεις στις τιμές των καταναλωτικών αγαθών είναι ο παροξυσμός στις συναλλαγές εμπορευμάτων, όπου οι έμποροι διαπραγματεύονται τα προθεσμιακά συμβόλαια - futures[1] (και σχετικά χρηματοοικονομικά προϊόντα γνωστά ως δικαιώματα προαίρεσης- options[2]). Η κρατική υπηρεσία που είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο των συναλλαγών στα Futures αγαθών (Commodity Futures Trading Commission-CFTC), σε μία πρωτοφανή για τα χρονικά, ανοικτή για το κοινό διαδικασία, εξέτασε στις 22 Απριλίου τους λόγους για τους οποίους οι τιμές των γεωργικών προϊόντων εκτοξεύτηκαν στα ύψη. Ανακοίνωσε ότι «τους τελευταίους τρεις μήνες, οι τιμές εκκίνησης του σίτου, του καλαμποκιού, της σόγιας, του ρυζιού και της βρώμης είναι οι υψηλότερες όλων των εποχών».
Κατά τη διάρκεια του περασμένου χρόνου, οι τιμές σίτου αυξήθηκαν κατά 95%, η σόγια κατά 88%, το καλαμπόκι 66% και το ρύζι Ταϊλάνδης κατηγορίας Β, το οποίο αποτελεί διεθνή μονάδα σύγκρισης, έκλεισε το 2007 περίπου $360/τόνο. Στο τέλος του Μαρτίου η τιμή είχε φτάσει τα $760 και συνέχισε να αναρριχείται στα $1080 μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα. Επιπλέον, τα Futures του ακατέργαστου πετρελαίου έχουν υπερδιπλασιαστεί σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2007 και έφτασαν τα $120/βαρέλι τον προηγούμενο Απρίλιο.

Μια εντυπωσιακή πτυχή της αύξησης των τιμών των καταναλωτικών αγαθών είναι ότι εάν παρατηρήσουμε το διάγραμμά τους, θα δούμε ότι είναι παρόμοιο με το διάγραμμα που απεικόνιζε τις τιμές των μετοχών που ανήκαν σε εταιρίες-φούσκες του ίντερνετ την προηγούμενη δεκαετία (αποκαλούμενο σκάνδαλο «φούσκα ντοτ κομ», από το bubble.com, Στμ), όπως και με τα διαγράμματα των υπερβολικά υψηλών τιμών (που τελικά έπεσαν κατακόρυφα) στην αγορά κατοικίας. Αυτό δεν είναι καθαρή σύμπτωση. Ένας από τους κύριους παράγοντες που συντελούν στην αύξηση των τιμών των προϊόντων και τροφίμων είναι η οικονομική κερδοσκοπία. Οι ίδιες οι τράπεζες της Γουώλ Στρητ και οι εταιρείες αμοιβαίων κεφαλαίων που ευθύνονται για τη φούσκα του χρηματιστηρίου και της αγοράς κατοικίας διοχετεύουν δισεκατομμύρια δολάρια στις αγορές τροφίμων, στοιχηματίζοντας ότι μπορούν να αποκομίσουν γρήγορο κέρδος. Ένας οικονομικός αναλυτής, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Wall Street Journal, δήλωσε ότι «οι επενδυτές έχουν ρίξει από το 2001 κατά προσέγγιση $175 -200 δισεκατομμύρια σε επενδύσεις που συνδέονται με τον δείκτη του χρηματιστηρίου τροφίμων». Η εφημερίδα σε επεξηγηματικό σχόλιο ανέφερε ότι «όπως με την αγορά ενέργειας πριν μερικά χρόνια, τα κεφάλαια από συνταξιοδοτικά προγράμματα και αμοιβαία υψηλού κινδύνου έχουν επενδυθεί στην αγορά σιτηρών, ενώ η καλλιεργήσιμη γη και η συγκομιδή μειώνονται σε σχέση με την αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού και τις νέες απαιτήσεις για βιολογικά καύσιμα και τρόφιμα. Πολλοί τέτοιοι επενδυτές έχουν κάνει υπερβολικά αισιόδοξες τοποθετήσεις», δηλαδή, περίμεναν ότι οι τιμές των προϊόντων θα αυξάνονταν.

Ορισμένες φορές, η ημερήσια διακύμανση στα χρηματιστήρια τροφίμων είναι μεγαλύτερη από αυτή που συνέβαινε μέσα σε ένα ολόκληρο έτος. Στις 25 Φεβρουαρίου, στην αγορά σιτηρών στη Μινεάπολις, ένας τύπος σίτου αυξήθηκε κατά 29%. Μέσα σε μία ημέρα του Μαρτίου, «η τιμή του βαμβακιού αυξήθηκε κατά 15% παρά τις εκθέσεις που ανέφεραν ότι η διαθεσιμότητα προϊόντων βαμβακιού ήταν πολύ κοντά στα υψηλότερα επίπεδα όλων των εποχών», σύμφωνα με τις εφημερίδες Toronto Globe και Mail. Κατά τη διάρκεια των ακροάσεων του Ινστιτούτου CFTC, οι παραγωγοί τροφίμων δήλωσαν ότι η ευθύνη για τις υψηλές τιμές ανήκει στους κερδοσκόπους. Ένας αντιπρόσωπος της Εθνικής ένωσης Σιταριού και Τροφών (National Grain and Feed Association) κατέθεσε ότι «το 60% της τρέχουσας αγοράς σίτου ανήκει σε ένα από τα λεγόμενα αμοιβαία κεφάλαια δείκτη (index funds). Το γεγονός αυτό σαφώς και ασκεί επίδραση στην αγορά». Ενώ ένας παραγωγός βαμβακιού δήλωσε: «η αγορά δεν λειτουργεί σωστά, έχει τρελαθεί».

Εάν υπάρχει κάποιος κύριος υπεύθυνος για την κρίση αυτή, αυτός είναι η αγορά. Μεγάλη συζήτηση γίνεται γύρω από την αύξηση της κατανάλωσης και ταυτόχρονα την μείωση της διαθεσιμότητας τροφίμων και πηγών ενέργειας. Όμως, τα πιο πολλά στοιχεία που υπάρχουν αποδεικνύουν το αντίθετο. Παραδείγματος χάρη, παρά την ξηρασία στην Αυστραλία, τους παγετώνες και το χιόνι στην Κίνα και τον κρύο και υγρό χειμώνα στον αμερικανικό σιτοβολώνα, το συμβούλιο τροφίμων και γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών υπολόγισε ότι η συνολική παραγωγή δημητριακών για το έτος 2007-2008 θα αυξηθεί κατά 92 εκατομμύρια τόνους, δηλαδή συνολικά θα είναι 2.102 δισεκατομμύρια τόνοι. Αλλά, σχεδόν όλη αυτή η αύξηση θα προέρχεται από την συγκομιδή-ρεκόρ της αμερικανικής γεωργίας, η οποία τροφοδοτεί την αγορά με βιοκαύσιμα.

Στην ουσία, οι μεγάλοι κερδοσκόποι, όπως οι τράπεζες της Γουώλ Στρητ και τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου, οι επιχειρήσεις πετρελαίου και οι γίγαντες της αγροτικής βιομηχανίας, βγάζουν απίστευτα κέρδη από τα χρηματιστήρια τροφίμων. Οι αναλυτές λένε ότι μερικοί από αυτούς ενδεχομένως να χειραγωγούν τις αγορές ανάλογα με τα συμφέροντά τους, αλλά αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθεί, επειδή σκοπίμως έχει ατονήσει ο θεσμικός έλεγχος των αγορών αυτών. Επίσης, πολλοί παράγοντες κατηγορούνται για αισχροκέρδεια. Σ’ αυτούς περιλαμβάνονται οι κερδοσκόποι των χρηματιστηρίων, αλλά και οι λιανικοί πωλητές, οι παραγωγοί τροφίμων και λιπασμάτων. Μία από τις ειρωνείες της παρούσας κατάστασης είναι ότι, ενώ τα έσοδα των αγροτών αυξάνονται σημαντικά, ειδικά στις ΗΠΑ, οι αγρότες χάνουν από τα κέρδη τους λόγω των άγριων μεταπτώσεων στα αντίστοιχα χρηματιστήρια.

Οι ελλείψεις δημητριακών προκαλούνται, επειδή οι κερδοσκόποι αποκομίζουν κέρδη σε βάρος των φτωχών του πλανήτη. Ταραχές και επεισόδια για τη διάθεση τροφίμων έχουν σημειωθεί στην Αίγυπτο, το Καμερούν, τη Μπουρκίνα Φάσο, τη Μαυριτανία, την Ακτή Ελεφαντοστού, τη Σενεγάλη και την Αιθιοπία – χώρες όπου πολλοί άνθρωποι ξοδεύουν το μισό ή περισσότερο από το εισόδημά τους σε τρόφιμα (σε αντίθεση με τους Αμερικανούς που ξοδεύουν λιγότερο από 10%). Το πιό συγκλονιστικό δείγμα στέρησης εμφανίζεται σε χώρες όπως η Αϊτή, όπου οι φτωχοί τρέφονται με «κέικ» από λάδι και ζάχαρη, επειδή οι τιμές ρυζιού έχουν φτάσει στα ύψη.

Ο Ράντζ Πάτελ, συγγραφέας του βιβλίου Stuffed and Starved (χορτασμένοι και πεινασμένοι) αναφέρει: «Το γεγονός ότι επιτρέπεται αυτή η οικονομική κερδοσκοπία είναι, προφανώς, ένα έγκλημα εναντίον της ανθρωπότητας, διότι είναι διαφορετικό πράγμα να διαπράττεται κερδοσκοπία στις τιμές των τεχνολογικών συσκευών ή των ανταλλακτικών αυτοκινήτων και διαφορετικό πράγμα κάποιοι να κερδοσκοπούν στην αγορά τροφίμων, το θεμέλιο της ανθρώπινης ζωής… Αυτό πρέπει να μας αφυπνίσει, για να συνειδητοποιήσουμε ότι τα τρόφιμα δεν είναι εμπορικά αγαθά αλλά ανθρώπινο δικαίωμα». Σε μια ομιλία στις 2 Απριλίου, ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Ρόμπερτ Ζέλικ, σημείωσε ότι οι τιμές τροφίμων «έχουν αυξηθεί κατά 80% από το 2005 και 33 χώρες σε όλο τον κόσμο αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο κοινωνικών αναταραχών λόγω της μεγάλης αύξησης». Μερικές εβδομάδες αργότερα, το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Σίτισης (World Food Program) χαρακτήρισε τις υψηλές τιμές τροφίμων «ένα σιωπηλό τσουνάμι», το οποίο έχει ωθήσει ήδη περίπου 100 εκατομμύρια ανθρώπους βαθύτερα στη φτώχεια και «απειλεί με πείνα περισσότερους από 100 εκατομμύρια ανθρώπους σε κάθε ήπειρο».

Στις ΗΠΑ, η κατάσταση είναι ανησυχητική, αν και όχι τόσο τρομακτική όσο στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Το υπουργείο γεωργίας των ΗΠΑ υπολογίζει ότι 12.1% των Αμερικανών, δηλαδή περισσότεροι από 35 εκατομμύρια άνθρωποι, αντιμετώπισαν πρόβλημα «ανασφάλειας στη σίτιση» το 2006. Για πολλούς, αυτό σήμαινε είτε την έλλειψη τροφής προς το τέλος του μήνα, είτε μειωμένα γεύματα στη διάρκεια της ημέρας, είτε την πλήρη έλλειψη τροφής για μία ολόκληρη ημέρα. (Μέχρι τη στιγμή που η κυβέρνηση Μπους άλλαξε αυτούς τους ορισμούς, αυτές οι καταστάσεις ήταν γνωστές ως «πείνα»!). Αναφορές από ειδησεογραφικά μέσα και υπηρεσίες παροχής τροφίμων δείχνουν ότι η αβεβαιότητα στη σίτιση έχει αυξηθεί και προκαλείται από τη μεγάλη αύξηση στις τιμές τροφίμων και ενέργειας, σε συνδυασμό με την αποδυναμωμένη οικονομία, τις μειωμένες τιμές της αγοράς κατοικίας και τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας. Πολλοί Αμερικανοί χαμηλού εισοδήματος, ειδικά οι συνταξιούχοι που έχουν σταθερά εισοδήματα, αναγκάζονται πλέον να επιλέξουν ανάμεσα στο να φάνε, να ζεστάνουν το σπίτι τους το χειμώνα ή να αγοράσουν τα φάρμακά τους.
Ένα από τα πιο ενοχλητικά σημάδια της οικονομικής απογοήτευσης είναι ότι πολλοί Αμερικανοί πωλούν τις περιουσίες τους «για να ανταπεξέλθουν στους υψηλότερους λογαριασμούς βενζίνης, τροφίμων και ιατρικών συνταγών», σύμφωνα με το πρακτορείο Associated Press. Οι πληροφορίες γι’ αυτό προέρχονται από σελίδες αγγελιών στο διαδίκτυο, όπως το Craigslist, όπου ο αριθμός των ειδών για πώληση «έχει υπερδιπλασιαστεί από τον Μάρτιο του 2007 μέσα σ’ ένα χρόνο, και ανέρχεται σχεδόν σε 15 εκατομμύρια». Συχνά, οι αγγελίες συνοδεύονται από ικεσίες: «Παρακαλώ αγοράστε οτιδήποτε μπορείτε, για να με βοηθήσετε».


Ο Arun Gupta είναι συγγραφέας και συντάκτης του περιοδικού Indypendent. Γράφει στο ZMagazine και στο Left Turn.

Μετάφραση: Ελπίδα Σαμαράκη


[1] Στα προθεσμιακά συμβόλαια, οι αντισυμβαλλόμενοι συμφωνούν για την αγοραπωλησία αγαθού σε προσυμφωνημένη μελλοντική χρονική στιγμή και προκαθορισμένη τιμή.
[2] Το δικαίωμα προαίρεσης είναι ένα συμβόλαιο που δίνει στον κάτοχό του το δικαίωμα αλλά όχι την υποχρέωση να αγοράσει ή να πουλήσει ένα περιουσιακό στοιχείο σε κάποια προκαθορισμένη τιμή σε μία ορισμένη χρονική περίοδο.


Δημοσιεύτηκε στη Βαβυλωνία #47

ΣΤΕΦΑΝ ΛΕΝΤΜΑΝ: SHOCK DOCTRINE της NAOMI KΛΑΪΝ

Το βιβλίο της Κλάιν The Shock Doctrine: The Rise of Disaster Capitalism (Το Δόγμα του Σοκ: Η Άνοδος του Καπιταλισμού της Συμφοράς, Στμ)καταρρίπτει τον μύθο της δημοκρατίας της «ελεύθερης αγοράς». Περιγράφει πώς ο νεοφιλελεύθερος φονταμενταλισμός εξουσιάζει τον κόσμο, με την Αμερική ως αιχμή του δόρατος να εκμεταλλεύεται απειλές εθνικής ασφάλειας, τρομοκρατικές επιθέσεις, οικονομικές καταρρεύσεις, ανταγωνιστικές ιδεολογίες, τεκτονικές πολιτικές ή οικονομικές μετατοπίσεις και φυσικές καταστροφές, για να επιβάλλει την θέλησή της παντού. Πόλεμοι διεξάγονται, κοινωνικές υπηρεσίες καταργούνται και ελευθερίες θυσιάζονται, όταν οι άνθρωποι είναι τόσο απασχολημένοι, τρομοκρατημένοι ή πειθαναγκασμένοι για να αντισταθούν. Η Κλάιν περιγράφει μία παγκόσμια διαδικασία κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης που αποκαλεί «καπιταλισμό της συμφοράς», η οποία συνοδεύονται από βασανισμούς, προκειμένου να γίνει ξεκάθαρο το μήνυμα: Εναλλακτικές πολιτικές προτάσεις στη «νέα τάξη πραγμάτων» δεν γίνονται αποδεκτές.

Η θριαμβολογία της «ελεύθερης αγοράς» συναντάται παντού: από τον Καναδά ως τη Βραζιλία, την Κίνα ως τη Βουλγαρία, τη Ρωσία ως τη Ν. Αφρική, το Βιετνάμ ως το Ιράκ. Σε όλες τις περιπτώσεις, τα αποτελέσματα είναι τα ίδια. Οι άνθρωποι θυσιάζονται για τα κέρδη και εφαρμόζεται το δόγμα της Μάργκαρετ Θάτσερ: «Δεν υπάρχει άλλη λύση».

Το κενό είναι όμορφο: Τριάντα χρόνια ισοπέδωσης και μετατροπής του κόσμου σε κόλαση

Η Νέα Ορλεάνη, στην εποχή μετά τον τυφώνα Κατρίνα, αποτελεί μία ενδεικτική κατάσταση της «νέας τάξης πραγμάτων» αμερικανικού τύπου, με τον ανεξέλεγκτο καπιταλισμό να μαίνεται με την πιο άγρια μορφή του. Η Κλάιν αναφέρει τη δήλωση τού ρεμπουμπλικανού Ρίτσαρντ Μπέικερ, μέλους του Κογκρέσου, μιλώντας σε ομάδα παρασκηνιακής δράσης: «Τελικά ξεκαθαρίσαμε το ζήτημα της δημόσιας στέγασης των φτωχών στη Νέα Ορλεάνη. Αυτό που δεν είχαμε τη δύναμη να κάνουμε εμείς, το έκανε τελικά ο Θεός». Και ο Τζόζεφ Κανιζάρο, μεγαλοεργολάβος της Νέας Ορλεάνης, πρόσθεσε: «Σκέφτομαι ότι έχουμε μία καθαρή και καινούργια βάση για να αρχίσουμε από το μηδέν και να εκμεταλλευτούμε μεγάλες ευκαιρίες». Το σχέδιό τους περιλαμβάνει την αφάνιση κοινοτήτων και την αντικατάστασή τους από πολυτελείς κατοικίες, καθώς και άλλα επικερδή έργα σε επιλεγμένα, κατεστραμμένα σημεία της πόλης σε βάρος της φτωχής μητέρας φύσης, και με τις ευλογίες της κυβέρνησης.

Όλα αυτά βασίστηκαν στις διδαχές τού «μεγάλου γκουρού» του αχαλίνωτου καπιταλισμού, ηλικίας, τότε, 93 ετών και με μεγάλα προβλήματα υγείας. Πρόκειται για τον συντηρητικό, φιλελεύθερο οικονομολόγο Μίλτον Φρίντμαν, ο οποίος στο βιβλίο τού 1962, Capitalism and Freedom (Καπιταλισμός και Ελευθερία), είχε γράψει: «Μόνο μια κρίση - πραγματική ή πλασματική – παράγει αληθινή αλλαγή. Όταν μια κρίση εμφανίζεται, τα μέτρα που λαμβάνονται εξαρτώνται από τις ιδέες που υπάρχουν στην κοινωνία… η βασική μας μέριμνα θα πρέπει να είναι η ανάπτυξη εναλλακτικών λύσεων στις υπάρχουσες πολιτικές (αυτές που απορρίπτει ο Φρίντμαν), έτοιμες να εφαρμοστούν όταν, λόγω της κρίσης, το αδύνατο γίνεται πολιτικά αναπόφευκτο». Η Κλάιν ονομάζει τις περιοχές κρίσεων «ζώνες χωρίς δημοκρατία» και τη θέση του Φρίντμαν «δόγμα του σοκ». Για τη Νέα Ορλεάνη σημαίνει «μόνιμες μεταρρυθμίσεις», όπως η καταστροφή των χώρων στέγασης των φτωχών και η διανομή κουπονιών για τα ιδιωτικά σχολεία, αντί της επανοικοδόμησης των κατεστραμμένων δημόσιων σχολείων με κρατικά κονδύλια.

Για τον Φρίντμαν, η μόνη λειτουργία της κυβέρνησης είναι «η προστασία της ελευθερίας μας από τους εξωτερικούς εχθρούς... και από τους ίδιους τους συμπολίτες μας. Είναι να συντηρεί τον νόμο και την τάξη, να προστατεύει τις ιδιωτικές συμβάσεις και τις ανταγωνιστικές αγορές». Κατά την άποψή του, οποιοσδήποτε άλλος ρόλος για την κυβέρνηση είναι «σοσιαλισμός», που για τους φονταμενταλιστές της ελεύθερης αγοράς, σαν τον Φρίντμαν, είναι βλασφημία.

Έως το 1973, το τολμηρό δόγμα Φρίντμαν υπήρχε μόνο ως διδασκαλία στους φοιτητές του, αλλά όλα άλλαξαν σε μία περίοδο παρόμοια με την 11η Σεπτεμβρίου. Όταν ο στρατηγός Αγκούστο Πινοσέτ ανέβηκε στην εξουσία με τον γνωστό αιματηρό τρόπο, ο Φρίντμαν είχε την ευκαιρία να αποκτήσει εργαστηριακή εμπειρία ως σύμβουλος του νέου δικτάτορα της Χιλής. Η συνταγή του έγινε γνωστή ως επαναστατικός οικονομικός μετασχηματισμός της «σχολής του Σικάγο», γνωστός και ως shock therapy (θεραπεία με σοκ). Είναι η αντίστοιχη οικονομική έκδοση του δόγματος του Βιετνάμ «καταστρέψτε το χωριό (και τη χώρα) για να το σώσετε», και είναι το ίδιο σκληρή.

Εκατομμύρια άνθρωποι γνωρίζουν τη θεωρία του, αλλά ο ήρωάς τους δεν είναι ο Φρίντμαν. Οι κεντρικές αρχές του δόγματος είναι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, κατάργηση του ελέγχου των εταιρειών από την κυβέρνηση, απεριόριστη πρόσβαση των ξένων εταιρειών στην ελεύθερη αγορά, περικοπές σε κονδύλια κοινωνικής πρόνοιας, σκληροί κατασταλτικοί νόμοι και βασανιστήρια, προκειμένου να ενισχυθεί ο πυρήνας του δόγματος, τον οποίο οι ρηγκανικοί αποκαλούν «trickle-down theory» (επίτευξη σκοπού με σταδιακές και έμμεσες επιρροές) και οι Βρετανοί «θατσερισμό».

Όσοι υφίστανται αυτές τις πολιτικές το αποκαλούν κόλαση, και η Κλάιν εξηγεί το γιατί. Το δόγμα εφαρμόστηκε στη Χιλή, στην Αργεντινή, στην Ουρουγουάη, στη Βολιβία, στη Βραζιλία, στην Κίνα, στη Ρωσία, στα Νησιά Φόλκλαντ, στην Πολωνία, στη Νότια Αφρική, στη Σρι Λάνκα, στη Νέα Ορλεάνη, στο Ισραήλ, και προσεχώς κοντά σας. Είναι το ξέσπασμα του κορπορατισμού και η άνθηση των επιχειρήσεων. Η Κλάιν αναφέρει ότι σύμφωνα με τους υποστηρικτές τού δόγματος οι ευκαιρίες συμβαδίζουν με την «ανάπτυξη των αγορών»… «Οι εμπορικές συμφωνίες είναι ακόμα πιο κερδοφόρες και από την εποχή που ανθούσαν οι εταιρίες-φούσκες στο διαδίκτυο. Η φούσκα της “εθνικής ασφάλειας” ήρθε να καλύψει το κενό που άφησαν οι προηγούμενες φούσκες, όταν έσκασαν».

Οι ρηγκανικοί, σήμερα, είναι οι νεοσυντηρητικοί που έχουν την «πλήρη υποστήριξη της στρατιωτικής μηχανής, η οποία υπηρετεί τα άπληστα σχέδια των εταιριών». Οι τρεις ιερές αρχές τους είναι: «κατάργηση του δημόσιου τομέα, ολοκληρωτική απελευθέρωση των εταιρειών και ελάχιστες (ή και καθόλου) κοινωνικές δαπάνες». Αλλά αντί να πετύχουν τη βελτίωση της ζωής όλων όπως υπόσχονται, κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Δημιουργούν μια ισχυρή κεφαλαιοκρατική άρχουσα τάξη που συνεργάζεται με τη διεφθαρμένη πολιτική ελίτ, «χωρίς να είναι ευδιάκριτη η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους». Έτσι, η Ρωσία απέκτησε «δισεκατομμυριούχους άρχοντες», η Κίνα «πρίγκηπες», η Χιλή «τα πιράνχας» και οι ΗΠΑ τους «πρωτοπόρους» των Μπους-Τσέινι.

Το πρόγραμμα είναι ίδιο παντού: τεράστια μεταφορά του δημόσιου πλούτου στον ιδιωτικό τομέα, υπέρογκο δημόσιο χρέος, ένα τεράστιο, όσο ποτέ άλλοτε, χάσμα μεταξύ της τάξης των εκθαμβωτικών πλουσίων και της τάξης των αναλώσιμων φτωχών, και ένας επιθετικός εθνικισμός (όπως ο μόνιμος πόλεμος του Τζόρτζ Μπους «εναντίον της τρομοκρατίας» και του πλανήτη), που δικαιολογεί τις ατελείωτες δαπάνες για την «ασφάλεια». Έτσι, «μέσα στη φούσκα» είναι παράδεισος, αλλά έξω είναι κόλαση με «συνεχείς παρακολουθήσεις, μαζικές φυλακίσεις, περιορισμό των ατομικών ελευθεριών, μείωση του βιοτικού επιπέδου, καταστολή και βασανιστήρια για να διαδοθεί το μήνυμα στους δύσπιστους».

Η Κλάιν παρομοιάζει αυτήν τη βιαιότητα με τη λογική του Shock doctrine. Όταν αυτό εφαρμόζεται, προκαλεί, επίσης, μια κατάσταση «αποπροσανατολισμού» και σοκ για να οδηγήσει αυτούς, στους οποίους απευθύνεται, σε συμβιβασμούς ενάντια στη θέλησή τους. Το δόγμα του σοκ, λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο σε μαζική κλίμακα, και η εμπειρία της 11ης Σεπτεμβρίου το απέδειξε. Διέλυσε τη «βεβαιότητα» των γνώσεων που είχαμε για τον κόσμο και δημιούργησε μία περίοδο αποπροσανατολισμού και οπισθοδρόμησης, που η κυβέρνηση Μπους διέδωσε στο εξωτερικό και στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Όπως το τοποθετεί η Κλέιν: «Ξαφνικά βρεθήκαμε στο έτος μηδέν, όπου όλα όσα γνωρίζαμε για τον κόσμο πριν από το έτος αυτό απορρίπτονται ως «πρότερες σκέψεις της 11ης Σεπτεμβρίου». Γίναμε ξανά ένας «άγραφος πίνακας, ένα καθαρό φύλλο χαρτιού», και η κυβέρνηση έκανε αυτό που ήταν αδύνατον προηγουμένως. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το δόγμα του σοκ: «η αρχική συμφορά (τρομοκρατική επίθεση, πόλεμος, τυφώνας, κατάρρευση της αγοράς) θέτει ολόκληρο τον πληθυσμό σε μια κατάσταση συλλογικού σοκ», διευκολύνοντας τους διεφθαρμένους πολιτικούς διαχειριστές να κινηθούν με δολοφονική επιδεξιότητα και να ανακατασκευάσουν τον κόσμο σύμφωνα με το όραμά τους, πριν υποχωρήσει το σοκ.

Η Naomi Klein είναι βραβευμένη συγγραφέας, παραγωγός ντοκιμαντέρ και ακτιβίστρια. Το βιβλίο της The Shock Doctrine: The Rise of Disaster Capitalism εκδόθηκε διεθνώς τον Σεπτέμβριο του 2007 και έγινε μπεστσέλερ. Στην Ελλάδα αναμένεται από τις εκδόσεις Λιβάνη.
Ο Stefan Lendman είναι ακτιβιστής που ζει στη Βοστώνη και σπούδασε στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και στο πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια.

Μετάφραση: Ελπίδα Σαμαράκη


Δημοσιεύτηκε στη Βαβυλωνία #47

20/6/08

ΜΑΪΚΛ ΑΛΜΠΕΡΤ: ΥΠΗΡΕΤΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΡΧΕΣ ΕΛΙΤ

Απόσπασμα από τη συνέντευξή του στη Λύντια Σάρτζεντ -- Ιανουάριος 2008.

Ο Μάικλ Άλμπερτ είναι αμερικανός ακτιβιστής και συγγραφέας. Είναι απόφοιτος του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Μασσαχουσέτης (ΜΙΤ) και μαζί με τη Λύντια Σάρτζεντ έχουν ιδρύσει το πολιτικό ακτιβιστικό δίκτυο Znet και το περιοδικό Zmagazine. Έχει γράψει πολλά βιβλία και άρθρα και έχει αναπτύξει την οικονομική θεωρία της συμμετοχικής οικονομίας (participatory economics, PARECON), που περιγράφεται στο βιβλίο του, Η ζωή μετά τον καπιταλισμό (Parecon: Life after capitalism), σε μετάφραση του Ν. Ράπτη (Παρατηρητής, 2004). Στόχος ζωής του Άλμπερτ είναι η κατάργηση του καπιταλισμού ως κοινωνικό σύστημα και η εγκατάσταση της μετακαπιταλιστικής κοινωνίας.
Η Λύντια Σάρτζεντ είναι ηθοποιός, θεατρικός συγγραφέας και κινηματογραφίστρια. Συνιδρύτρια του δικτύου Ζ, γράφει τη στήλη Hotel Satire από το 1988.

Σ: Ποιοι ψηφίζουν τελικά στις εκλογές και γιατί είναι τόσο μικρός ο αριθμός τους;

Α: Θα έλεγα ότι ψηφίζει περίπου η μισή χώρα, το 50% του πληθυσμού. Φυσικά, αυτό σημαίνει ότι ο νικητής των εκλογών, ο οποίος τελικά λαμβάνει ποσοστό λίγο μεγαλύτερο από το μισό του 50%, εκλέγεται στην ουσία από το ένα τέταρτο του συνολικού πληθυσμού, που τελικά τον ψηφίζει. Το να χαρακτηρίζει ο υποψήφιος την εκλογή του, λοιπόν, «μεγάλη νίκη» είναι κάπως προσβλητικό.

Γιατί όμως ψηφίζουν τόσο λίγοι άνθρωποι; Πραγματικά, πιστεύω για σωστούς λόγους. Πιστεύω ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν συμμετέχει στη ψηφοφορία, επειδή θεωρεί ότι την Τρίτη, την ημέρα δηλαδή των εκλογών, δεν αξίζει τον κόπο να σηκωθεί κάποιος και να πάει να ψηφίσει. Αυτή είναι μια προκλητική δήλωση, αν τη σκεφτείς καλά. Διότι δεν είναι και τόσο κουραστικό να σηκωθεί κάποιος και να πάει να ψηφίσει. Αλλά τι έχει να κερδίσει, αν ψηφίσει; Πραγματικά, πολύ λίγα εάν θεωρήσει κανείς ότι: (α) ψηφίζει κάποιον που δεν ενδιαφέρεται για το δικό του καλό και (β) οι άνθρωποι που ψηφίζει δεν λένε την αλήθεια.

Μπορείς να παρομοιάσεις την εκλογή προέδρου με την εκλογή ενός διευθυντή φυλακών, ο οποίος πρόκειται να διαχειριστεί τη ζωή σου χωρίς να εξετάζει τα δικά σου συμφέροντα, αλλά μόνο τα συμφέροντα κάποιων ψηφοφόρων, άσχετων με σένα, δηλαδή των πλούσιων και εύπορων ανθρώπων. Ενδεχομένως να αποφασίσεις ότι θέλεις να ψηφίσεις κάποιον οπωσδήποτε, επειδή ο ένας υποψήφιος διευθυντής φυλακών είναι καλύτερος από τον άλλο. Ή ενδεχομένως να αποφασίσεις ότι είναι πολύ γκροτέσκ να δώσεις την ψήφο σου σε κάποιον που σου προκαλεί πόνο και σε βασανίζει. Για τους λόγους αυτούς, μπορεί να αποφασίσεις να μην συμμετέχεις στην ψηφοφορία.

Δεν νομίζω ότι αυτό είναι τόσο παράλογο. Αυτό που το κάνει εξωφρενικό είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ψηφίζουν με βάση την ουσία των ζητημάτων. Οι περισσότεροι ψηφίζουν αυτόν που συμπαθούν περισσότερο, αυτόν που ηχεί καλύτερα στ’ αυτιά τους, αυτόν που τους κάνει να αισθάνονται καλύτερα σε σχέση μ’ αυτόν που τους κάνει να αισθάνονται άβολα. Γιατί το κάνουν αυτό; Θα πω ξανά ότι οι λόγοι τους είναι σωστοί. Ο υποψήφιος πρόεδρος βρίσκεται καθημερινά μπροστά στα μάτια των ψηφοφόρων και, επομένως, αυτοί μπορούν να κρίνουν κατά πόσο συμπαθούν την προσωπικότητά του ή όχι, τον τρόπο ομιλίας του κτ.λ. Αν κρίνεις έναν υποψήφιο με βάση την ουσία, τότε κάνεις μία κρίση βασισμένη στα ψέματα – όλοι το γνωρίζουμε αυτό. Έτσι, το εξυπνότερο δεν είναι να εξετάζει κάποιος την ουσία των θέσεων των υποψηφίων, αλλά μόνο τις προσωπικότητές τους και τον τρόπο έκφρασής τους. Αυτά, τουλάχιστον, θα συνεχίσουν να είναι τα ίδια κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ετών της διακυβέρνησης. Η ουσία των θέσεών τους μπορεί να αλλάξει πολύ γρήγορα, ανάλογα με τις απαιτήσεις της πραγματικής εκλογικής τους βάσης, που δεν είναι άλλη από τους πλούσιους και ισχυρούς.

Σ: Δηλαδή, οι εκλογές στις ΗΠΑ δεν είναι δημοκρατικές και δίκαιες, ώστε ο καλύτερος υποψήφιος να κερδίζει στο τέλος; Αυτό θέλεις να πεις;

Α: Όχι μόνο οι εκλογές δεν είναι δημοκρατικές και δίκαιες, αλλά υπάρχουν και πολύ λίγοι άνθρωποι στις ΗΠΑ που πιστεύουν το αντίθετο. Δύο χαρακτηριστικά σημεία: Αυτή τη στιγμή, στις Ηνωμένες Πολιτείες τα δύο τρίτα του πληθυσμού είναι ενάντια στον πόλεμο. Αν η κυβέρνηση λειτουργούσε σύμφωνα με τη θέληση του λαού, θα τερμάτιζε αμέσως τον πόλεμο. Αλλά η κυβέρνηση δεν λειτουργεί σύμφωνα με τη θέληση του λαού, αλλά σύμφωνα με τα συμφέροντα της ελίτ, δηλαδή του 20% του πληθυσμού και ειδκά του 2%, που είναι και οι πιο πλούσιοι. Έτσι αν 50%, ή 60%, ή 70% του πληθυσμού θέλουν την πολιτική Χ (π.χ. απόσυρση από το Ιράκ, πλήρη υγειονομική περίθαλψη ή οτιδήποτε άλλο), αυτό το γεγονός από μόνο του δεν είναι αρκετό να οδηγήσει στην εφαρμογή της πολιτικής αυτής.

Η δεύτερη ερώτηση είναι πώς κερδίζουν τις εκλογές αυτοί οι υποψήφιοι. Σίγουρα, δεν τις κερδίζουν με βάση την ουσία των ζητημάτων και το γνωρίζουν αυτό. Οι υποψήφιοι στην πραγματικότητα ανταγωνίζονται για το ποιος θα βρει καλύτερους χορηγούς και ποιος θα αντιμετωπίζεται με τον καλύτερο τρόπο από την ελίτ των ΜΜΕ. Ενώ ο λαός παραμένει σημαντικός παράγοντας για το εκλογικό αποτέλεσμα – χρειάζεται να βρεθούν οι άνθρωποι που κινούν τα νήματα—το σημαντικότερο είναι να βρεθούν οι χρηματοδοτήσεις που θα τους δώσουν τη δυνατότητα να πλάσουν σωστή δημόσια εικόνα, ώστε να μοιάζουν πάντα πρόσχαροι και να εμπνέουν τα πλήθη. Όσο περισσότερα χρήματα έχουν, τόσο καλύτερα μπορούν να εξαπατήσουν και να χειραγωγήσουν τα ΜΜΕ με τα χρήματα που διαθέτουν και με τις σωστές γνωριμίες μέσα στο χώρο.

Σ: Επομένως, εάν κάποιος, σαν τον υποψήφιο των Ρεμπουμπλικάνων Χάκαμπι, θέλει να αναθεωρήσει το σύνταγμα, έτσι ώστε να αντανακλά για παράδειγμα «τη θέληση του Θεού», οι ψηφοφόροι δεν θα γνωρίζουν αυτές τις απόψεις του, αλλά θα βλέπουν μόνο το απλό στυλ που έχει η προσωπικότητά του;

Α: Όχι, ακριβώς. Μερικοί υποψήφιοι για την προεδρία εκφράζουν περιστασιακά απόψεις που πραγματικά πιστεύουν. Υποπτεύομαι ότι ο Χάκαμπι πραγματικά πιστεύει ότι ο Θεός και η θρησκεία πρέπει να εξουσιάζουν τις ζωές των ανθρώπων. Νομίζω ότι ο Κούσινιτς, για παράδειγμα, εκφράζει αυτά που πιστεύει. Δεν θεωρώ ότι λειτουργεί με βάση αυτά που θέλει να ακούσει η πλειοψηφία των ψηφοφόρων, οι χορηγοί ή τα ΜΜΕ, ούτε ότι προσπαθεί να φτιάξει το προφίλ του, έτσι ώστε να κερδίσει τις εκλογές ανεξάρτητα από τα πιστεύω του. Αλλά αυτοί οι υποψήφιοι δεν έχουν πιθανότητα εκλογής στο πολιτικό μας σύστημα, το οποίο βασίζεται στις επενδύσεις – δηλαδή στη χρηματοδότηση των υποψηφίων από τους πλουσίους – και στη θετική, ως και ενθουσιώδη προβολή των υποψηφίων από τα ΜΜΕ.

Σ: Ποια είναι η γνώμη σας για τα «πρωτοκλασσάτα» στελέχη των κομμάτων, για τις επιλογές, δηλαδή, της ελίτ και των ΜΜΕ;

Α: Σε ότι αφορά τους υπόλοιπους υποψηφίους, οι διαφορές είναι οριακές και είναι δύσκολο να καταλάβει κάποιος τι πιστεύουν, διότι οι υποψήφιοι δεν λένε όλη την αλήθεια σχετικά με το τι πρόκειται να πραγματοποιήσουν, όταν εκλεγούν. Ακόμη και αν προσπαθούσαν να πουν την αλήθεια, ο πρόεδρος δεν είναι κάποιος δικτάτορας. Ο πρόεδρος είναι μέρος ενός συστήματος και η λειτουργία του ρυθμίζεται από δυνάμεις μέσα στο σύστημα, από ομάδες υποστηρικτών οι οποίες ασκούν σημαντικό έλεγχο στην πολιτική του προέδρου ή ακόμη και στις επιθυμίες του.

Σ: Μπορείς να φανταστείς μία εκλογική διαδικασία στην οποία θα συμμετέχουν πολλοί ψηφοφόροι; Όπου θα ψήφιζε, ας πούμε, το 89% του πληθυσμού των ΗΠΑ, όπως συμβαίνει στη Βενεζουέλα;

Α: Ναι. Αλλά για να συμβεί αυτό, οι ψηφοφόροι θα πρέπει να έχουν την αίσθηση ότι κάτι σημαντικό διακυβεύεται στις εκλογές. Θα πρέπει να διευκρινίσω, εδώ, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το διακύβευμα ορισμένων εκλογών είναι πραγματικά σημαντικό. Έτσι, αν κάποιος υποψήφιος μάς έλεγε ότι θα ήθελε να καταργήσει την απόφαση της υπόθεσης Ρόι-Γουέιντ , κατά πάσα πιθανότητα θα μιλούσε ειλικρινά. Αν κάποιος άλλος έλεγε ότι θα τη διατηρούσε σε ισχύ ή ότι θα επέκτεινε τη φεμινιστική ατζέντα, πιθανότατα θα μιλούσε ειλικρινά. Έτσι, για ορισμένα ζητήματα, όπως οι εκτρώσεις, ο έλεγχος των όπλων και ο γάμος μεταξύ ομοφυλοφίλων, ενδεχομένως οι υποψήφιοι να λένε την αληθινή άποψή τους. Επομένως, έχει κάποιο νόημα για τον ψηφοφόρο να επιλέξει τον υποψήφιο που θα ψηφίσει με βάση την άποψή του για τα ζητήματα αυτά.

Αλλά για τα μεγάλα οικονομικά ζητήματα ή για τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, οι υποψήφιοι απλά λένε ψέμματα. Δεν υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα σ΄αυτά που λένε στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου και σ΄αυτά που στην πραγματικότητα κάνουν ή μπορούν να κάνουν, όταν εκλεγούν.

Τώρα ας φανταστούμε ότι έχουμε εκλογές, όπου υπάρχουν δύο υποψήφιοι με τελείως διαφορετικές θέσεις και οι οποίοι είναι αναγκασμένοι με κάποιο τρόπο να πουν την αλήθεια στο λαό. Και, επίσης, ας υποθέσουμε ότι θα έλεγαν ακριβώς αυτά που θα εφάρμοζαν, εφόσον θα εκλέγονταν. Έτσι, θα έπρεπε να επιλέξουμε ένα από τα δύο προγράμματα που πραγματικά θα εφαρμοζόταν στη επόμενη τετραετία.

Ας υποθέσουμε ότι ο Χάκαμπι, και οι υπόλοιποι σαν αυτόν, έχουν δίκιο και ότι υπάρχει Θεός, ο οποίος λέει: «Οι επόμενες εκλογές θα είναι διαφορετικές», οι δύο υποψήφιοι θα είναι ο Χάκαμπι και ο Κούσινιτς. Ή, αν προτιμάς, οι δύο υποψήφιοι θα είναι ο Μπους και ο Τσόμσκι. Ή βάλτε στη θέση των δύο υποψηφίων όποια ονόματα εσείς επιθυμείτε. Δηλαδή θα υπάρχουν δύο υποψήφιοι—ο ένας εκ των οποίων θα υπηρετεί τα συμφέροντα του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού και ο άλλος θα υπηρετεί τα συμφέροντα της ελίτ, των πλουσίων και των ισχυρών. Ας υποθέσουμε ότι ο λαός θα έχει άπλετο χρόνο να μάθει την αλήθεια για τους δύο υποψηφίους και ότι οι εκλογές θα γίνονταν με δίκαιο τρόπο και ότι ο νικητής θα εφάρμοζε τις πολιτικές που υποστήριξε στην προεκλογική περίοδο. Αν λοιπόν πραγματοποιόταν μία τέτοια εκλογική αναμέτρηση, στην οποία οι άνθρωποι γνώριζαν τι διακυβεύεται, τότε νομίζω ότι όλοι θα ψήφιζαν. Αλλά είναι αδύνατο, ακόμη και να συλλάβουμε την ιδέα, ότι μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο στις ΗΠΑ.

Ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση ανακοίνωνε ότι: «Σε τρεις μήνες από σήμερα, θα κάνουμε ένα δημοψήφισμα για τον πόλεμο στο Ιράκ». Αν ο αμερικανικός λαός αποφανθεί στο δημοψήφισμα ότι «πρέπει να αποχωρήσουμε από το Ιράκ», θα αποχωρήσουμε. Αν ο αμερικανικός λαός μάς δώσει εντολή «να μείνουμε στο Ιράκ», θα μείνουμε. Στο μεταξύ, άνθρωποι από όλο το φάσμα της κοινωνίας –στρατιώτες που έχουν συμμετάσχει στον πόλεμο και τον απορρίπτουν, αλλά και αυτοί που τον υποστηρίζουν, άνθρωποι που ανήκουν στο χώρο της αριστεράς ή άλλοι που υποστηρίζουν τη δεξιά – θα έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν την άποψή τους και να επιχειρηματολογήσουν υπέρ των θέσεων που υποστηρίζουν. Θα έχουμε την ευκαιρία να μάθουμε ποιο είναι το πραγματικό κόστος του πολέμου σε χρήμα και σε ανθρώπινες ζωές. Και μετά θα ψηφίσουμε. Σε μία τέτοια περίπτωση, λοιπόν, είμαι σίγουρος ότι όλοι θα ψήφιζαν. Αλλά τέτοιες εκλογές δεν γίνονται, διότι η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του αμερικανικού λαού.

Σ: Πιστεύεις ότι αν είχαμε αναβάθμιση της εκλογικής διαδικασίας, θα συμμετείχαν περισσότεροι ψηφοφόροι σ’ αυτή;

Α: Όχι. Ας υποθέσουμε ότι πρόκειται να σε μαστιγώσει κάποιος 40 φορές και εσύ ψηφίζεις για το άτομο που πρόκειται να σε μαστιγώσει! Θα μπορούσες να αναλογιστείς πολλές παραμέτρους που ενδεχομένως θα έπαιζαν ρόλο ή παράγοντες που θα προκαλούσαν σύγχυση. Αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι περισσότεροι ψηφοφόροι θεωρούν πως, ανεξάρτητα από το ποιος θα κερδίσει, ο λαός θα μαστιγωθεί 40 φορές. Επομένως, δεν νομίζω ότι παίζει ρόλο η διαδικασία εκλογής των αντιπροσώπων που τελικά εκλέγουν τον πρόεδρο. Αυτές οι διαδικασίες αφορούν μόνο τους ισχυρούς, δηλαδή πώς θα καταφέρουν αυτοί να διαχειριστούν τους αδύνατους και μη έχοντες, και ταυτόχρονα να προωθήσουν και τα συμφέροντά τους. Φυσικά, οι ισχυροί έχουν διαφορές και γι’ αυτό συγκρούονται μεταξύ τους στις εκλογές και επιλέγουν μεταξύ διαφόρων υποψηφίων ή κομμάτων.

Σ: Περιγράψτε τον τρόπο με τον οποίο οι υποψήφιοι προσπαθούν να κερδίσουν τις εκλογές. Ποιες είναι οι στρατηγικές τους;

Α: Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι να κερδίσουν τον αγώνα των χρηματοδοτήσεων, να πείσουν δηλαδή τους πλούσιους να συμμετέχουν ως χορηγοί στην προεκλογική τους εκστρατεία. Στη συνέχεια, σημασία έχει να κερδίσουν την προσοχή των ΜΜΕ και να διατηρήσουν ζωντανή την υποστήριξη του λαού που προκύπτει σε μεγάλο βαθμό λόγω της δραστηριότητάς τους στα ΜΜΕ, όπου λένε πράγματα τα οποία αρέσουν στο λαό ή τουλάχιστον δεν τον προκαλούν, χρησιμοποιώντας στοιχεία από τις δημοσκοπήσεις.
Αυτά που δεν πρέπει να κάνουν είναι προφανή. Ας υποθέσουμε ότι ένα τυχαίο άτομο είναι υποψήφιο για την προεδρία. Το οποίο δεν έχει 6.000 συμβούλους ούτε την αφρόκρεμα των διανοουμένων για να του χαράξουν μία στρατηγική, αλλά από μόνο του θα χάραζε τη στρατηγική του, δηλαδή θα προσπαθούσε να βρει τι χρειάζεται να κάνει για να κερδίσει τις εκλογές. Αναλύει λοιπόν τις προηγούμενες εκλογές και ανακαλύπτει ότι 50% των ψηφοφόρων δεν ψηφίζουν. Τι πρέπει, επομένως, να κάνει για να κερδίσει τις εκλογές; Η απάντηση μοιάζει να είναι πολύ εύκολη. Θα πρέπει να προσελκύσει αυτό το 50%, το οποίο δεν ψηφίζει. Διότι, αν το 50% το οποίο ψηφίζει συνεχίσει να μοιράζεται στα δύο κόμματα, όπως συνήθως συμβαίνει σε όλες σχεδόν τις εκλογικές αντιπαραθέσεις μέχρι σήμερα, τότε αυτό που πραγματικά πρέπει να κάνει αυτός ο υποψήφιος είναι να απευθυνθεί στο 50% που δεν ψηφίζει και να πείσει ένα λογικό αριθμό από αυτούς να ψηφίσουν, και έτσι να εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ.

Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι κανένας υποψήφιος δεν το κάνει αυτό. Γιατί όμως; Διότι για να πείσεις αυτό το 50% να συμμετέχει στην εκλογική αναμέτρηση, θα πρέπει να τους πείσεις ότι λες την αλήθεια και ότι αν εκλεγείς θα εφαρμόσεις πολιτικές οι οποίες θα βελτιώσουν τη ζωή των ασθενέστερων και φτωχότερων κοινωνικών τάξεων του εκλογικού σώματος. Θα πρέπει, δηλαδή, να τους πείσεις ότι είσαι ειλικρινής. Και όχι μόνο αυτό, αλλά θα πρέπει σε όλη αυτή τη διαδικασία να τους εμπνεύσεις και να τους εμψυχώσεις, να τους δώσεις κάποιο κίνητρο να σε ψηφίσουν. Αυτό, όμως, είναι επικίνδυνο. Μπορεί, έτσι, να τους προκαλέσεις να δουν τι πραγματικά συμβαίνει στην κοινωνία. Ενδεχομένως να τους μεταδώσεις την αίσθηση ότι πρέπει να έχουν λόγο για την κοινωνία και ότι ο λόγος τους έχει δύναμη. Έτσι, μπορεί να προκαλέσεις την αληθινή συμμετοχή των ανθρώπων στα κοινά ή έστω να τους κάνεις να αποζητήσουν την πραγματική συμμετοχή, τουλάχιστον κάποιοι απ’ αυτούς.

Και τα δύο κόμματα σήμερα είναι τελείως αντίθετα σ’ αυτό. Στην ουσία πρόκειται για έναν αγώνα μποξ, στον οποίο οι δύο πυγμάχοι συμφωνούν να μην χρησιμοποιήσουν το ένα χέρι. Αν ο ένας από τους δύο πυγμάχους χρησιμοποιούσε το δεύτερο χέρι, τότε αυτός σίγουρα θα νικούσε. Αλλά τα δύο κόμματα έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους να μην κάνουν τίποτα που θα μπορούσε να διεγείρει το ενδιαφέρον των ανθρώπων που δεν ψηφίζουν και να τους ωθήσει να συμμετέχουν στη διαδικασία και να υποστηρίξουν κάποιον συγκεκριμένο υποψήφιο.

Όταν κάτω από παράξενες συνθήκες διαφαίνεται η πιθανότητα κάποιος υποψήφιος να πραγματοποιήσει αυτό που αναφέρω, τότε τα ΜΜΕ τείνουν να τον καταστρέψουν. Διότι αυτά δεν ενδιαφέρονται να εμπνεύσουν το λαό και να τον ωθήσουν να συμμετέχει στη ζωή της κοινωνίας, έτσι ώστε να ωφεληθεί το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού.
Η απάντησή μου για τη στρατηγική των υποψηφίων, λοιπόν, είναι σε γενικές γραμμές η ακόλουθη: Γοήτευσε τους πλούσιους και ισχυρούς ανθρώπους και κάνε τους να σου δώσουν τα λεφτά τους. Μην εκνευρίζεις τα ΜΜΕ. Αν μπορείς, γοήτευσε τα ΜΜΕ, ώστε να σε παρουσιάσουν έτσι όπως πρέπει, για να πετύχεις τον σκοπό σου, δηλαδή να εξαπατήσουν τον κόσμο και να τον κάνουν να σε ψηφίσει. Με κανένα τρόπο δεν πρέπει να προσελκύσεις την πλειοψηφία του πληθυσμού· με κάνενα τρόπο δεν πρέπει να γοητεύσεις το 50% του πληθυσμού που δεν ψηφίζει.

Είναι λυπηρό. Είναι γκροτέσκ. Δεν έχει καμία σχέση με τη δημοκρατία. Δεν έχει καμία σχέση με τη συμμετοχή. Έχει να κάνει μόνο με το Χόλυγουντ. Όλα γίνονται για το θεαθήναι. Και ο λαός τα ανέχεται, γιατί αισθάνεται ότι δεν υπάρχει άλλη πραγματική, εναλλακτική λύση.

Μετάφραση: Νίκος Στυλόπουλος
Δημοσιεύτηκε στη Βαβυλωνία #46

Αναγνώστες